ακούς για φασισμό; δες γιατί…

Όταν η μπουρζουαζία βλέπει την εξουσία να της γλιστρά από τα χέρια,

βγάζει μπρος το φασισμό για να διατηρήσει τα προνόμιά της…

Χοσέ Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι Ντουμάνγκε

Advertisements

Υπερκαταναλωτισμός το ανώτατο στάδιο της ωνιομανίας…

Η αφορμή για να γραφούν οι παρακάτω γραμμές, πάρθηκε από ένα άρθρο σε κυριακάτικη εφημερίδα υπό τον τίτλο  « Έσπασε όλα τα ρεκόρ η κινητή τηλεφωνία στην Ελλάδα ». Μέσα λοιπόν στo άρθρο αυτό μεταξύ των άλλων, τονίζονταν επί λέξει τα εξής  « Παρ’ ότι έχει φθάσει στα ανώτερα επίπεδα ωρίμανσης, η αγορά της κινητής τηλεφωνίας συνεχίζει να αναπτύσσεται και να αποσπά κομμάτια της αγοράς σταθερής τηλεφωνίας. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν στη χώρα μας όσον αφορά τη διάδοση της κινητής τηλεφωνίας είναι εντυπωσιακά, καθώς όπως δείχνουν τα στοιχεία οι Έλληνες έχουν σπάσει όλα τα ρεκόρ διαθέτοντας πάνω από 17 εκατομμύρια συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας. Ο συνολικός αριθμός των γραμμών που εξυπηρετούσαν οι τρεις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας στο τέλος Ιουνίου άγγιξε τα 17,3 εκατομμύρια με αποτέλεσμα το ονομαστικό ποσοστό διείσδυσης στη χώρα μας να φθάνει στο 157,7% ».

Είναι όντως εντυπωσιακά στοιχεία, αδιάψευστα, παραστατικά και αποτυπώνοντα μιαν αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα : ότι οι νεοέλληνες έχουν προσφέρει τον εαυτό τους δέσμιο στην μέγγενη του υπερκατανατωλωτισμού. Πρόκειται για ένα φαινόμενο (όχι μόνο κοινωνικό), που έχει κυρίως πνευματικές αφετηρίες.

Είναι φανερό ότι κατά την διάρκεια  της τελευταίας τριακονταετίας και η χώρα μας έχει εισέλθει στην φάση του μαζικού καταναλωτισμού. Όλα έχουν γίνει πλέον μαζικά : Η παιδεία, η συγκοινωνία, οι μεταφορές, η κουλτούρα, η ενημέρωση και τόσοι άλλοι τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας χαρακτηρίζονται από τη μαζικότητα.. Μάλιστα πολλοί μιλούν και για μαζικούς χώρους. Βρισκόμαστε σε μια όξυνση αυτού του φαινομένου, αφού πια δεν υπάρχει τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας στον οποίον να μην υπεισέρχεται (υπό την έννοια του δέκτη)  η μαζική κοινωνία. Αυτά αναφέρονται ως περιγραφή του φαινομένου αυτού και δεν κρίνεται σκόπιμο να δοθεί έκταση σ’ αυτό μια και άλλος είναι ο στόχος της παρέμβασης αυτής.

Οι άνθρωποι προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους σε βασικά αγαθά, κάνουν ένα στοιχειώδη σχεδιασμό και προβαίνουν σε αγορά των προς αναπλήρωση προϊόντων. Πολλές φορές όμως η προμήθεια και αγορά των απαραίτητων υλικών για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών εξαλλοιώνεται σε έμμονη ιδέα, με αποτέλεσμα να αυτονομείται η ίδια η διαδικασία της απόκτησης αγαθών, από το πραγματικό ερώτημα : το έχει ανάγκη ο καταναλωτής το προϊόν αυτό ; Όταν αυτή διαδικασία λαμβάνει χώρα κατ’ εξακολούθηση και δεν καθίσταται δυνατή η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε πιο πάνω, τότε είναι φανερό και πασίδηλο ότι από μια κάλυψη και ικανοποίηση βασικών και στοιχειωδών αναγκών, έχουμε μετάπτωση σε υποσυνείδητη ενέργεια αναπλήρωσης ανικανοποίητων ψυχικών κενών με υλικά αγαθά, που υπέχουν συμβολική σημασία και όχι μόνον. Το αγοραζόμενο προϊόν δίνει μια αίσθηση πληρότητας, εισάγει σε μια νέα « ανακαινίζουσα » ατμόσφαιρα συμβολικών παραστάσεων,  προσδίδει μια αίσθηση μοναδικότητας στον κάτοχό του και όλα αυτά με μια προσωρινή χρονική εμβέλεια. Ο κύκλος γρήγορα περατώνεται, τόσο λόγω της φθοροποιού παλαίωσης του προϊόντος που αγοράστηκε, αλλά και επειδή δύσκολα η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να βρει ανάπαυση σε τέτοιες ψευδεπίγραφες υποσχέσεις χαράς και ευχαρίστησης. Σήμερα όλο και πιο πολλοί άνθρωποι νιώθουν μιαν ακατανίκητη επιθυμία να αγοράσουν έναντι οιουδήποτε τιμήματος ο,τιδήποτε κεντρίζει το εξαγορασμένο ενδιαφέρον τους, έστω και εάν το επιθυμούμενο προϊόν δεν τους είναι απαραίτητο. Δεν πρόκειται εδώ για μια πράξη αγοράς ενός αντικειμένου που μπορεί να έχει αισθητική, συναισθηματική αξία. Αυτό είναι κατανοητό και μάλιστα δεν εμπίπτει στην κατηγορία των προαναφερθέντων. Πρόκειται για μια νέου τύπου καταναλωτική συμπεριφορά που υποκύπτει σε « ασυμπίεστες » αγοραστικές ροπές και « ακατανίκητες » καταναλωτικές επιθυμίες. Ο υπερκαταναλωτισμός καθιστά έρμαιο της φθοροποιού κλειστότητάς του, τον αγοραστή και τον εξαλλοιώνει σε τυφλό όργανο του διαφημιστικού βομβαρδισμού. Ο υπερκαταναλωτής αλλοτριωμένος από τις ψευδεπίγραφες υποσχέσεις που κομίζουν νεωτερισμό, ανακαίνιση, πληρότητα, μοναδικότητα, υπεροχή έναντι των άλλων (γιατί όχι και εκμηδενισμό τους ;….), ασμένως σπεύδει στους σύγχρονους « ναούς » της υπερκατανάλωσης ( τα μεγάλα εμπορικά κέντρα ), συνωστίζεται, και « ευτυχισμένος » αγοράζει το ποθούμενο. Μπορεί να πει κανείς διακινδυνεύοντας μιαν υπερβολή, ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αγοράζει τα προϊόντα της καταναλωτικής του βουλιμίας, αλλά το αντίθετο : Τα προϊόντα τον « έχουν »  ή μάλλον τον « κατέχουν » και φθάνει να γίνει ό,τι αγοράζει. Σήμερα ο άνθρωπος των δυτικών κυρίως κοινωνιών « τρέπεται » σε αυτά που με αδήριτη βουλιμία υπερκαταναλώνει. Είναι φανερό ότι όλο και περισσότερα άτομα καταφεύγουν στην υπερκατανάλωση όχι για να διακονήσουν κάποιες βασικές ανάγκες τους, αλλά για να βρουν « ανακούφιση » και « παρηγοριά » στα ακανθώδη προσωπικά τους προβλήματα. Χρησιμοποιούν την  « αγοραθεραπεία » (shopping therapy) ως καταπραϋντικό της όξυνσης των προβλημάτων τους και ως αναισθητικό για να ξεχάσουν τις δυσκολίες που παρουσιάζει η κενότητα του εαυτού τους. Χρησιμοποιούν το shopping therapy σαν μέσο υπέρβασης καταθλιπτικών αισθημάτων. Η κατάθλιψη, η μοναξιά, η έλλειψη αυτοεκτίμησης, είναι το « εύφλεκτο » υλικό για το προσάναμμα  της καταναλωτικής βουλιμίας. Η αγορά και των πιο άχρηστων προϊόντων προσδίδει προσωρινή χαρά και πληρότητα. Ο μοντέρνος άνθρωπος εξατομικευμένος στη σύγχρονη αλλοτρίωσή του, γίνεται βορά της διαφημιστικής θήρας και υποκύπτει στη καταναλωτική εξάρτηση. Με άλλα λόγια ο μοντέρνος υπερκαταναλωτής πάσχει τα ώνια, και υποφέρει τρόπον τινά από την ωνιοπάθεια και την ωνιομανία. Ο ωνιομανής και ωνιοπαθής άνθρωπος υποφέρει και δεν αναπαύεται σχεδόν ποτέ, αφού ποτέ δεν μπορεί να απαλλαγεί από το καταναλωτικό του σύνδρομο. Όταν μάλιστα δεν καθίσταται δυνατόν να ικανοποιηθούν οι καταναλωτικές ορέξεις τους αισθάνεται άσχημα και αυτό εκδηλώνεται με νευρικότητα, πονοκεφάλους, ναυτία κ.λπ. Μια άλλη βασική αιτία για την εξήγηση του φαινομένου αυτού είναι ότι ο σύγχρονος άνθρωπος όντας ευάλωτος και ανεπαρκής, έχει την τάση και την ροπή να υποκαθιστά την ουσιαστική ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και ανθρώπινη επικοινωνία, με υλικά αντικείμενα, αφού αυτά ούτε τον στενοχωρούν, ούτε τον δυσαρεστούν, αλλά ούτε και τον απογοητεύουν. (όπως συνήθως συμβαίνει στις ανθρώπινες « σχέσεις »).

Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία δεκαετία ιδίως η εμφάνιση των γιγάντιων εμπορικών κέντρων έχει πολλαπλασιαστεί. Σαν μανιτάρια πια ορθώνονται (και συνήθως με μια τρομακτική ακαλαισθησία) όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε όλες τις μεγάλες πόλεις της πατρίδας μας. Μάλιστα οργανώνονται και ειδικές εκδρομές πρόσχαρων αγοραστών από την επαρχία, με προορισμό γνωστότατο « ναό » υπερκατανάλωσης. Φθάσαμε μάλιστα στο σημείο να γίνονται σχολικές εκδρομές στο προαναφερθέν  εμπορικό κέντρο με ….βασικό σκοπό να ξεσαλώσουν τα παιδιά και « διαπαιδαγωγηθούν » στην λαμπερή ατμόσφαιρά του. Και όλα αυτά μάλιστα τη στιγμή κατά την οποία η παιδεία που προσφέρεται στα παιδιά μας και ολίγιστη είναι και πενιχρή είναι και ανεπαρκέστατη, αφού νεοπαγής στόχος είναι « να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για να περνούν καλά ».

Πόσο μακριά νυχτωμένοι είμαστε αλήθεια για το τι πραγματικά μας συμβαίνει και για το τι τεράστιο μέγεθος ευθύνης έχουμε για αυτή μας την άγνοια. Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα φθάνει στο σημείο «να εκπλήσσεται από την επίνοια των περιττών αναγκών »  (Προς τους πλουτούντας). Δεν υπάρχει πιο ριζική τοποθέτηση και πρόταση ΖΩΗΣ από αυτή που επαγγέλλεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσω του Ευαγγελίου και του Χριστού. Η πρόταση της Εκκλησίας είναι ανοικτή και έγκειται σε μας να καταλάβουμε ότι θέλει να μας δώσει εφόδια, ώθηση και δύναμη να απεξαρτηθούμε πρώτα από τον κοσμοποιημένο και αλλοτριωμένο εαυτό μας αλλά και από αυτόν τον κόσμο που μας περιβάλλει και κατά βάση να μας σώσει από τις ψευδεπίγραφες εξαγγελίες του. Αλήθεια μόνο στην Ευρώπη και στην Αμερική πλήττουν οι άνθρωποι και σπεύδουν περιχαρείς στην καταναλωτική φρενίτιδα κατά την διάρκεια της Χριστουγεννιάτικης περιόδου και όχι μόνον ; Νομίζω ότι και στην πατρίδα μας εδώ και κάποια χρόνια έχουμε ασπαστεί και εμείς στον μιμητικό κακέκτυπό τους.

 

πηγή: Βασίλης Μακρής Αντίφωνο

ΙΟΝ: Μια συναρπαστική ιστορία, γλυκιά σαν σοκολάτα.

Όσοι, Έλληνες ή ξένοι, ασχολούνται με την εθνική μας οικονομία εστιάζουν την προσοχή τους στα βασικά αίτια των μεγάλων προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, μεταξύ των οποίων η αποβιομηχανοποίηση και η μείωση της ανταγωνιστικότητας.

Τις τελευταίες δεκαετίες, πολλές ελληνικές βιομηχανίες εξαγοράστηκαν από πολυεθνικούς κολοσσούς που συνεχίζουν την δραστηριότητά τους στην χώρα μας μέσα σε πολύ ευρύτερα δεδομένα «κριτηρίων» αλλά και «δυνατοτήτων» από αυτά που είχαν ή διέθεταν οι ιδρυτές ή οι τελευταίοι ιδιοκτήτες τους. Από τις βιομηχανίες που εξαγοράστηκαν όμως, είναι φυσικό να απουσιάζει πλέον (τουλάχιστον στον βαθμό που υπήρχε) η «ελληνική ιδεολογία» μέσα στην διοίκηση ή τις επιχειρηματικές αποφάσεις μιας πολυεθνικής ιδιοκτησίας που είναι υποχρεωμένη να προσαρμόζεται στα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης.

Στις μέρες μας, υπάρχουν ακόμα μερικά χαρακτηριστικά διαμάντια στον χώρο της ελληνικής βιομηχανίας που εξακολουθούν ναεπιμένουν …  ελληνικά!

Μια συναρπαστική και ξεχωριστή ιστορία, τόσο γλυκιά όσο και η σοκολάτα που παράγει, είναι εκείνη της ΙΟΝ:

Το 1930 μια παρέα φίλων στο Νέο Φάληρο ξεκίνησε μια ερασιτεχνική προσπάθεια να φτιάξει σοκολάτα στην Ελλάδα ακολουθώντας «την μόδα» που ξεκινούσε τότε να γίνεται αισθητή. Έτσι ίδρυσαν την ΙΟΝ με κάθε επισημότητα – το πρώτο καταστατικό της βρίσκεται στο ΦΕΚ 267 της 23ης Σεπτεμβρίου του 1930. Η ΙΟΝ από το ξεκίνημά της παραμένει στην κορυφή της σοκολάτας στην χώρα μας, αν και μόλις πέντε χρόνια μετά την ίδρυσή της, ενώθηκε με μια σημαντική βιομηχανία της εποχής: Την NASKO, βιομηχανία παραγωγής καραμέλας και άλλων ζαχαρωτών την οποία είχαν οι επιχειρηματίεςΝασιόπουλος και Κωτσιόπουλος (ΝΑS=NασιόπουλοςKO=Κωτσιόπουλος).

Η συνέχεια είναι μια διαρκής και ασταμάτητη ανοδική πορεία: Η ΙΟΝ περνάει στον έλεγχο του Κωνσταντίνου Κωτσιόπουλου, ενός εξαιρετικού και ικανότατου επιχειρηματία ο οποίος σύντομα εξαγόρασε και την ίδια την NASKO. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η ΙΟΝ επεκτείνεται και αναπτύσσεται ραγδαία αποτελώντας μια βιομηχανία – πρότυπο που αναδύθηκε μέσα από τα ερείπια που άφησε πίσω του όχι μόνο ο παγκόσμιος αλλά και ο εμφύλιος πόλεμος.  Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 άρχισε την δραστηριότητά του στην εταιρία ο ανιψιός του Κωνσταντίνου Κωτσιόπουλου, Γιάννης Κωτσιόπουλος (σημερινός Πρόεδρος ΔΣ) ο οποίος μαζί με τον στενό του φίλο (και συγγενή) Γιώργο Καρκαζή, ανέλαβαν την ευθύνη της ανάπτυξης της εταιρίας. Κάπου είκοσι χρόνια αργότερα (1970) ίδρυσαν από κοινού την ΕΛΣΑ Λευκοσιδηρουργία, η οποία πουλήθηκε στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000 στην «Vogel & Noot Verpackungstechnik GmbH».

Εν τω μεταξύ, η απορρόφηση της NASKO, η απόκτηση των εταιριών ΙΝΤΕΡΙΑ ΑΕ και σοκολατοποία Mabel σε συνδυασμό με την επέκταση σε προϊόντα που γνώρισαν (και γνωρίζουν) τεράστια επιτυχία, όπως  ΙΟΝ ΑμυγδάλουBreakNoisetta,Σοκοφρέτα ΙΟΝ και τόσα άλλα, οδήγησαν την ΙΟΝ στην κατηγορία των ελληνικών βιομηχανιών που αποτελούν πρότυπο.

Το 1988 ένα μέρος των μετοχών της ΙΟΝ (24,5%), που βρισκόταν εκτός ελέγχου των Κωτσιόπουλου και Καρκαζή, πουλήθηκε στην διεθνή σοκολατοποιία Kraft Jacobs Sushard (KJS), μητρική της σοκολατοποιίας «Παυλίδου» και θυγατρική της Philip Morris.

Μια δεκαετία αργότερα, οι μετοχές επέστρεψαν πίσω αφού οι δύο βασικοί μέτοχοι (Γιάννης Κωτσιόπουλος & Γιώργιος Καρκαζής) κατάφεραν, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, να αγοράσουν τις μετοχές της ΙΟΝ από την πανίσχυρη πολυεθνική που τις είχε αποκτήσει, προς μεγάλη έκπληξη της αγοράς που δεν πίστευε πως οι Έλληνες ιδιοκτήτες θα μπορούσαν να αντέξουν στην «πίεση» της Kraft Jacobs Sushard (KJS). Και όμως. Όταν υπάρχει επιμονή, υπομονή, θέληση και ικανότητα τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.

Εν τω μεταξύ η ανάπτυξη συνεχίζεται με «όπλα» την εργατικότητα, το κοινωνικό πρόσωπο, την παραγωγική αξιοποίηση της διαφήμισης –όπως ακριβώς συμβαίνει σχεδόν καθ΄ όλη την διάρκεια της πορείας της ΙΟΝ– και την δημιουργικότητα. Το 2008 ο κύκλος εργασιών της ΙΟΝ ανήλθε σε 103,9 εκ. Ευρώ (έναντι 98 εκ. Ευρώ του 2007) με καθαρά κέρδη της τάξεως των 3 εκ. Ευρώ, ακολουθώντας, σε πείσμα των αρνητικά μεταβαλλόμενων συνθηκών της ελληνικής αγοράς, μια σταθερή, ανοδική πορεία.

Με όλα τα παραπάνω δεδομένα είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί η ΙΟΝ, ένα από τα λιγοστά πλέον διαμάντια της ελληνικής βιομηχανίας, αποτελεί στόχο εξαγοράς εδώ και πολλά χρόνια από μεγαθήρια που βρίσκονται είτε εκτός είτε εντός Ελλάδος. Το γεγονός ότι δεν έχει εξαγοραστεί οφείλεται στην προσωπικότητα και στις αντιλήψεις που έχει για την ζωή οΓιάννης Κωτσιόπουλος, αλλά και ο Γιώργιος Καρκαζής (ελέγχουν πλέον το σύνολο των μετοχών της ΙΟΝ). Ο τελευταίος, φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας, μεταφέροντας το μεγαλύτερο φορτίο της ευθύνης στους ώμους τουΓιάννη Κωτσιόπουλου.

Ο  Γιάννης Κωτσιόπουλος (όπως άλλωστε και ο Γιώργιος Καρκαζής) είναι άνθρωπος  χαμηλού προφίλ, αντίθετος σε κάθε μορφή άσκοπης προβολής ή (πολύ περισσότερο) επίδειξης, εξαιρετικά εργατικός (είναι παροιμιώδης η εργατικότητά του για ολόκληρες δεκαετίες από το πρωί ως το βράδυ), φιλικός και δημιουργικός, φανατικός λάτρης της ποιότητας αλλά και της πολύ λογικής τιμής – φαίνεται μάλιστα πως ιεραρχεί το χρήμα σίγουρα όχι στην πρώτη γραμμή των αξιών που πιστεύει.

Φυσικά, είναι δεδομένο πως το χρήμα αποτελεί το σύνηθες «κριτήριο επιτυχίας» για τις ανθρώπινες κοινωνίες και οι σημερινοί ιδιοκτήτες της ΙΟΝ δεν θα ήταν  δυνατό να το περιφρονούν. Παρ΄ όλα αυτά, εάν είχαν μπροστά τους αρκετές ακόμα δεκαετίες δραστηριότητας είναι βέβαιο πως θα συνέχιζαν την εκπληκτική τους πορεία αγνοώντας, όπως έκαναν μέχρι τώρα, τις διάφορες σειρήνες όσο δυνατές και προκλητικές και αν ήταν.

Είναι όμως «εκ των πραγμάτων» υποχρεωμένοι να φροντίσουν για την διάδοχη κατάσταση, δηλαδή την μελλοντική πορεία της επιχείρησης – κόσμημα που δημιουργήθηκε με την αποφασιστική τους συμβολή και με το εκφραστικό σλόγκαν ΙΟΝ – Για Πάντα.

Είναι υποχρεωμένοι να φροντίσουν τους χίλιους και πλέον εργαζόμενους και τους χιλιάδες συνεργάτες τους εξασφαλίζοντας μια σίγουρη, μελλοντική πορεία, όταν και όποτε το επιβάλλουν οι αδυσώπητοι νόμοι της φύσης.

Δύσκολο εγχείρημα, αν αναλογιστεί κανείς ότι μεγάλες και γνωστές επιχειρήσεις δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν μετά την δεύτερη ή την τρίτη γενιά ακόμα και φυσικών διαδόχων.

Είναι συνεπώς μεγάλη η πρόκληση, πρώτιστα για τον Γιάννη Κωτσιόπουλο, με δύο διαφορετικούς δρόμους να διαγράφονται στον ορίζοντα:

Ό ένας (για πολλούς μονόδρομος) είναι ο απλός, ο συνηθισμένος, ίσως και ο πιθανότερος παρ΄ όλο που δεν ταιριάζει καθόλου στην προσωπικότητα του: Πώληση σε έναν από τους πιο σημαντικούς υποψήφιους «μνηστήρες», κατά προτίμηση Έλληνα – έστω και με «δυσμενέστερο» τίμημα.

Ο άλλος (για λιγοστούς ρομαντικούς) είναι ο δύσκολος δρόμος που γράφει ιστορία, όχι μόνο για το χθες ή το σήμερα (κάτι που ήδη επιτεύχθηκε και με το παραπάνω) αλλά και για το μέλλον.

Πως θα μπορούσε όμως να τον ακολουθήσει με επιτυχία; Άγνωστο. Ένα όμως είναι βέβαιο: Η πληθωρική, χαρισματική του προσωπικότητα θα μπορούσε να το πετύχει – άλλωστε έχει πετύχει πολλές φορές μέχρι τώρα ακόμα και το ακατόρθωτο. Να βρει δηλαδή την δική του λύση, μετατρέποντας το εταιρικό σλόγκαν σε προσωπική υστεροφημία: ΙΟΝ – Για Πάντα.

Εμείς σαν επαγγελματίες ή τελικοί καταναλωτές αλλά και σαν απλοί Έλληνες, «ψηφίζουμε» καθημερινά το όραμα, την εργατικότητα, την δημιουργικότητα και όλες τις άλλες αξίες που δημιούργησαν και καθιέρωσαν την ΙΟΝ, που εξακολουθεί σε πείσμα των καιρών να μας χαρίζει μερικά ψίχουλα εθνικής υπερηφάνειας, αγοράζοντας με μεγάλη επιμονή τα προϊόντα της. Έτσι, για την Ελλάδα ρε γαμώτο!

 

ΙΟΝ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ

ΙΟΝ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ

πηγήΛεωνίδας Κουμάκης