Να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση τώρα!

Amplify’d from www.antifono.gr
Ζούμε εδώ και χρόνια το αργό και επώδυνο τέλος μιας εποχής. Μιας εποχής που τελειώνει μέσα στην αισθητική καθίζηση, την ηθική απαξίωση και τη διεθνή χλεύη. Η περιστολή της εθνικής μας κυριαρχίας, φαίνεται πως θα είναι η τελευταία πράξη αυτού του δράματος που άρχισε με μια εθνική τραγωδία, εξελίχθηκε σε φαρσοκωμωδία και απειλεί να τελειώσει και πάλι με εθνική τραγωδία. Πώς φτάσαμε, αλήθεια, τέσσερις δεκαετίες μετά από εκείνη την άκριτη ίσως αλλά βάσιμη αισιοδοξία που γεννούσε η δημοκρατική απελευθέρωση του 1974, σε αυτή την κατάντια, όταν είναι γενικά αποδεκτό ότι ζήσαμε μια πρωτόγνωρη στη νεώτερη ιστορία μας περίοδο δημοκρατικής ομαλότητας και μαζικής ευημερίας;
Φτάσαμε διότι αργήσαμε να αντιληφθούμε ότι η εποχή της Μεταπολίτευσης είχε και κάτι ακέραια αρνητικό, κάτι που εν τέλει υπονόμευσε και οσονούπω θα ανατινάξει τους επίχρυσους ντενεκέδες με τους οποίους καλύψαμε τα χαλάσματα του ρημαγμένου μας πατρικού.
Αν κάτι κυρίαρχα χαρακτήρισε τη μεταπολιτευτική ζωή, αυτό ήταν η έλλειψη οποιουδήποτε γνήσιου εσωτερικού συνεκτικού δεσμού. Ήταν αυτή η έλλειψη που άνοιξε το δρόμο στη λογική του «όλα επιτρέπονται», υπό τη δωρική σκέπη του Γηραιού Καραμανλή στην αρχή της, υπό την εμπνευσμένη απάτη του Ανδρέα Παπανδρέου στη συνέχεια, για να «δοξαστεί» τις ημέρες της χρηματιστηριακής και ενημερωτικής έκρηξης, πριν καταλήξουμε στην εσχάτη ευτέλεια: να κυβερνώμεθα τα τελευταία χρόνια από νοητικά υστερούντες επιγόνους, πέριξ των οποίων κωμικοτραγικές φιγούρες και αδίστακτα υποκείμενα έπραξαν ή παρέλειψαν ό, τι μπορούσαν για να μας παραδώσουν δεμένους χεροπόδαρα στη διεθνή τοκογλυφία.
Η έλλειψη αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Αποτελεί σύμπτωμα μακροχρόνιας ασθένειας που δεν αρχίζει φυσικά το 1974, με την εκκίνηση της Μεταπολίτευσης. Αρκεί να περάσουμε απλώς από το εξωτερικό, το επιπόλαιο επίπεδο των φαινομένων και να εισέλθουμε στο καίριο πεδίο του στοχασμού και της ιστορικής επισκόπησης, για να αντιληφθούμε πως το 1974 απλώς σημειώθηκε (διά της περιβόητης «αλλαγής φρουράς» και της εγκατάλειψης της Κύπρου) η καθολική μετάσταση μιας χρόνιας κακοήθειας. Από τότε που απωλέσθηκε η αιτία υπάρξεως του Νέου Ελληνισμού, το 1922 στο λιμάνι της Σμύρνης, η ελλαδική ζωή περιορίστηκε είτε σε ηθικιστικές ασυναρτησίες (αυτός ήταν ο θρίαμβος της «μικράς και έντιμης Ελλάδος») είτε σε διεθνιστικές ονειρώξεις (με πρωτεύον το όραμα της θεολογίας της προόδου). Η ηρωική προσπάθεια ανασύνταξης που ανέλαβε η γενιά του Τριάντα κατέρρευσε μέσα στις φωτιές του εμφυλίου πολέμου. Οι καλύτεροι των δύο πλευρών χάθηκαν, έμειναν ανάπηροι ή κατέστησαν εγκάθειρκτοι για χρόνια, ψυχές μαραγκιασμένες διά βίου. Απέμειναν οι άθλιες ηγεσίες, νικητών και ηττημένων, να στήσουν τα εμπορεία τους στη μεταπολεμική αγορά. Η φάρσα του 1967 (κορύφωση της εθνικόφρονος ρητορείας) εξελίχθηκε σε τραγωδία και η δημοκρατία που γεννήθηκε χάρη σε αυτή την τραγωδία έφτασε στην κατάντια να χορεύει και να αγκαλιάζεται με τους μακελάρηδες της Κύπρου. Παχυδερμία τάχα ή μήπως ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς που της άνοιξαν το δρόμο;
Σαράντα χρόνια τώρα (όσα κι ο προηγούμενος κύκλος, μια τεσσαρακονταετία κυριαρχίας της αυταρχικής εθνοκάπηλης Δεξιάς- από το 1935), η Αριστερά χειρίστηκε και διαχειρίστηκε τις τύχες του τόπου. Δεν έχει σημασία αν κυβέρνησε ως πραγματική Αριστερά. Σημασία έχει ότι οι Αριστεροί κυβερνούσαν. Αυτοί είχαν την πλήρη ιδεολογική ηγεμονία, αυτοί ήλεγχαν όλους τους αστικούς καθεστωτικούς μηχανισμούς, ειδικά στο χώρο επηρεασμού της κοινής γνώμης. Σχολεία, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης (ακόμη και της Δεξιάς!), γράμματα, τέχνες, επιστήμες. Πίσω από μια αριστερή ρητορεία που δόξαζε υποκριτικά το λαό (όπως οι κοτζαμπάσηδες που ήθελαν καθολική ψηφοφορία για τις συνελεύσεις της Επανάστασης επειδή είχαν σίγουρη την ψήφο των «πελατών» τους) η αρρώστια προχωρούσε: Κανένας υπερατομικός σκοπός, καμία πίστη σε κάτι ιερό και απαραβίαστο, καμία ανιδιοτέλεια. Απλώς φθόνος και μνησικακία. Εκδίκηση για την ήττα του 1949 και τις επακόλουθες διώξεις. Κι ας γίνουν όλα ρημαδιό. Και να που έγιναν. Κι όπως μέσα στη χλεύη και την ευτέλεια τελείωσε το 1974 η εθνικοφροσύνη της Δεξιάς, τελειώνει σαράντα χρόνια αργότερα και ο προοδευτισμός της Αριστεράς.
Βέβαια, η αποκοπή από την εθνική και θρησκευτική μας Παράδοση που πρότεινε κάποιους κανόνες ζωής και προσδιόριζε το ήθος μιας ομοψυχίας, δεν συντελέστηκε μόνο με ευθύνη της Αριστεράς. Πολύ συχνά τον τόνο της αποδόμησης και του οίστρου της ακολασίας τον έδινε η Δεξιά. Όπως ακριβώς ήθελε ο εκ Σερρών αναμορφωτής της, στον οποίο ομνύουν πάντα οι εθνικόφρονες, παλαιάς ή νέας κοπής, τραμπούκοι της ΟΝΝΕΔ ή φιλελεύθεροι ιδεολόγοι, όπως, καλή ώρα, η νέα τους ηγεσία που σεμνύνεται ότι αποτελεί πολιτικό τέκνο του Ευάγγελου Αβέρωφ, δηλαδή του αρχιτέκτονα της Ζυρίχης (1959) και θεωρητικού της εγκατάλειψης της Κύπρου (1974). Ή, όπως κάποιοι άλλοι που εκφωνούν δεκάρικους για τους αρχαίους ημών προγόνους αλλά δεν έχουν οι δυστυχείς ιδέα για τη διάνοια και την αισθητική εκείνων των σπουδαίων ανθρώπων που κάτι περισσότερο από τηλεμάρκετιγκ άξιζαν. Πώς να καταλάβουν όλοι αυτοί οι δήθεν «συντηρητικοί» ότι όταν ο σεβασμός στις αξίες της Παράδοσης γίνεται μηχανικός, ρητορικός ή και απλή συνήθεια, ένα λαϊκό ετήσιο πανηγύρι ή ένα καθημερινό φτηνό τηλεοπτικό θέαμα, η κοινή πίστη δεν θα αργήσει να εκμετρήσει το ζην; Πως όταν ο συλλογικός μας βίος γίνεται ιλαροτραγωδία που ξετυλίγεται πότε με εξάρσεις αυταρέσκειας και πότε με καταβυθίσεις αυτοκαταδίκης, η συμβίωση θα καταστεί αβίωτη και το εγώ άρρωστα αδηφάγο;
Οι άνθρωποι δεν συνδέονται απλώς επειδή συμβιώνουν. Συνδέονται όταν αισθάνονται ότι υπηρετούν μια κοινή υπόθεση. Και οι Έλληνες μετά το 1974 δεν πιστεύουν ότι τους συνέχει μια αλληλεγγύη πέρα από ατομικές θελήσεις ή κοινές αντιπάθειες – εκτός βέβαια από την αλληλεγγύη εκείνη που γεννά η ένοχη ματιά μεταξύ των πλιατσικολόγων την ώρα της «δουλειάς». Τι συνέβη λοιπόν πραγματικά το 1974; Ο Έλληνας της Μεταπολίτευσης, τον οποίο όλοι βρίζουμε, ένιωσε πως βρίσκεται μόνος, σε έναν κόσμο ξένο και πρόσκαιρο αλλά και με γοητεία αβάσταχτη, με πλούτο προκλητικό τριγύρω, που σε καλούσε να απλώσεις το χέρι και να τον κερδίσεις γρήγορα και άκοπα. Αν τα κατάφερνες, σε περίμενε η δόξα, ο έπαινος μιας κοινωνίας που κρίνει τον άνθρωπο με βάση τον τύπο του αυτοκινήτου που οδηγεί. Στη χειρότερη περίπτωση σε ανέμενε ο φθόνος, όσων απλώς δεν συμμετείχαν στην καταλήστευση.
Υπήρχαν βέβαια καθ’ όλη αυτή την περίοδο και δυνάμεις και πρόσωπα που κήρυσσαν την αντίσταση στη γενική διαφθορά προβάλλοντας την αρράγιστη λογική του εκσυγχρονισμού. Φυσικότατα απέτυχαν. Διότι η αρράγιστη λογική δεν πείθει τις μάζες κι ούτε συνεγείρει συνειδήσεις απλώς το γίνουμε σύγχρονη κοινωνία αν λείπει το «προς τι». Καμιά λογική δεν στρατεύει τις συνειδήσεις σε μια επαγγελία που βιολογικά και χρονικά τις υπερβαίνει. Ουδείς θυσιάζεται για ένα παράδεισο που δεν θα ζήσει αν δεν τον συνεπάρει ένα όραμα που θα πυροδοτήσει το αίσθημα της αυτοθυσίας. Χωρίς αυτό το όραμα, μόνος υπαρκτός παράδεισος μένει ο κόσμος του «ό, τι φάμε, ό, τι πιούμε κι ό, τι αρπάξουμε». Αυτό που είναι δηλαδή το ιδανικό της κοινωνίας της αφθονίας: Το πλουσιότερο παχνί.
Δεν μπορεί ασφαλώς να αγνοήσει κανείς ότι οι άνθρωποι έχουν καθημερινές πρακτικές ανάγκες. Εδώ ακριβώς αναπότρεπτα αλλά και λίγο πονηρά προβάλλεται σήμερα από τους αυτουργούς της καταστροφής το ερώτημα: Και τώρα τι κάνουμε; Να πτωχεύσει η χώρα; Η απάντηση σε αυτό το υπαρκτό δίλημμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπει στους ανθρώπους της Μεταπολίτευσης να εμφανίζονται ως η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα. Δεν είναι πράξη αντίστασης να ζητούμε διεθνώς αυτό που κάναμε τα χρόνια της μεταπολιτευτικής κουτοπονηριάς: να «ρυθμίζουμε» τα χρέη που δεν πληρώνουμε εις υγείαν των κορόιδων που καταβάλλουν φόρους, εισφορές και δόσεις. Δεν συνιστά λύση αξιοπρεπή να μην πληρώνει κανείς όσα εθελουσίως δανείζεται. Είναι μια συνέχιση της μεταπολιτευτικής μας ευτέλειας και μάλιστα απόπειρα να την ντύσουμε με επικό, τάχα αντιστασιακό στυλ.
Πρέπει λοιπόν να το αναγνωρίσουμε. Ναι, απαιτούνται εδώ που φτάσαμε θυσίες. Αλλά η γενιά που οδήγησε την Ελλάδα σε αυτή την κατάντια δεν μπορεί, δεν έχει το ηθικό ανάστημα να ζητήσει θυσίες για να ξεπεραστεί η κρίση. Η μοιραία αυτή γενιά, η γενιά του 1970 (στην πολιτική, στην οικονομία, στα γράμματα) πρέπει το ταχύτερο να μας απαλλάξει από την παρουσία της, πρέπει να πεθάνει. Με κάθε τρόπο. Αρκετά μας στέρησε από τις βρύσες της ζωής, αρκετά πηγάδια ζωής επιχωμάτωσε ή βοθροποίησε. Καμιά σωτηρία δεν μπορεί να προσφέρει αυτή η γενιά. Είναι ανίκανη για οποιαδήποτε ευφυή επινόηση. Στερείται κάθε ταλέντου. Καμιά αξιοθρήνητη εξιδανίκευση των μέτρων εξόδου από την κρίση δεν μπορεί να ανασκευάσει την βαθιά ψυχική παραμόρφωση αυτής της γενιάς. Γι’ αυτό και τα όποια μέτρα λαμβάνει είναι αναποτελεσματικά. Διότι όλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν στόχο τη σωτηρία της πατρίδας αλλά τη σωτηρία των ατομικών και ταξικών συμφερόντων αυτής της γενιάς.
Εδώ ακριβώς θα μπορούσε να προβληθεί βέβαια η καλόπιστη αντίρρηση: Υπάρχει κάποια άλλη έτοιμη συνταγή εθνικής σωτηρίας; Θα ήταν κωμικό να το υποστήριζε κανείς αυτό. Η μία και μόνη ελπίδα που υπάρχει, είναι να εμφανιστεί μια νέα γενιά με κοινή συναίσθηση ενός ιστορικού χρέους. Με πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις του ελληνικού λαού αλλά και αυστηρή στις μικρές και μεγάλες κατεργαριές του δήθεν αθώου, βασανισμένου λαϊκού ανθρώπου. Με στοχασμό ελληνικό –σφραγίδα εντυπωμένη στο νου και στη συνείδηση που θα έχει για τον κόσμο– αλλά και γνώση πως αυτός ο κόσμος αλλάζει ορμητικά, ακατάσχετα, και η Ελλάδα δεν μπορεί να μένει καθηλωμένη στα σχήματα της Μεταπολίτευσης ή στα κρησφύγετα της ρωμέικης αυταρέσκειας που πάντα σε κάποιον άλλο ρίχνει την ευθύνη για τα δικά μας σφάλματα.
Η γενιά αυτή δεν θα συνασπιστεί για να θορυβήσει όπως κάνουν διάφοροι γραφικοί ψευδο- ελληνοκεντρικοί ή κατ’ επάγγελμα καταστροφολόγοι που απαξιώνουν το έπος του Νέου Ελληνισμού. Θα αισθάνεται δέος για τη στράτευσή της και δεν θα έχει χρόνο για πλάκα, ατάκες και τηλεοπτικά σώου. Θα της αρκεί η στράτευσή της. Αυτή θα την θερμαίνει, αυτή θα την ενθουσιάζει. Η ελληνική ζωή με μια τέτοια γενιά θα αποκτήσει ξανά ένα σκοπό υπαγορευμένο από τη δύναμη των πραγμάτων. Κι ένας σκοπός, όταν μάλιστα είναι κοινός, σου υπόσχεται μια δικαίωση, αδιάφορο αν τον πετύχεις ή όχι. Αρκεί που αγωνίστηκες. Μπορεί μια μάχη να μη την κερδίσεις, φτάνει όμως που υπήρξες πολεμιστής. Που έβγαλες –εν προκειμένω– το κεφάλι από το δύσοσμο βόθρο της Μεταπολίτευσης και ανάσανες ελεύθερα. Ανταμοιβή μεγαλύτερη δεν υπάρχει.
Είναι καιρός λοιπόν να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση και να γυρίσουμε πίσω, στον Ιούλιο του 1974. Από εκεί να αρχίσουμε ξανά για να ξαναχτίσουμε μια δημοκρατία γνήσια και νόμιμη, όχι προσχηματική, όχι αυθαίρετη. Με θεμέλια στέρεα και βαθιά στη γη μας αλλά και ανοιχτούς ορίζοντες στην οικουμένη. Με την ανεξόφλητη οφειλή μας προς την Κύπρο (Πηγή της μεταπολιτευτικής μας ελευθερίας), ως πρώτο χρέος, να οικοδομήσουμε μια νέα εξωτερική πολιτική με γνώση ποιος είναι ο διαρκής ιστορικός μας εχθρός. Με μια νέα αποχουντοποίηση στο εσωτερικό: Αυτή τη φορά εναντίον όσων κυβέρνησαν μετά το 1974 και οδήγησαν τη χώρα μας στη χρεωκοπία και την ηθική εξαθλίωση. Με ένα νέο Σύνταγμα ακέραια δημοκρατικό, με εκκαθάριση του κομματικού συστήματος. Προτάσεις θα υπάρξουν πολλές σε αυτή τη νέα Συντακτική διαδικασία. Ας ξεκινήσουμε από εδώ με μία: Να στερηθούν του δικαιώματος του εκλέγεσθαι όλοι όσοι διατέλεσαν βουλευτές μετά το 1974. Θα είναι η ελάχιστη ποινή για όσους υπηρέτησαν ενσυνείδητα τις καταστροφικές κυβερνήσεις αυτής της τεσσαρακονταετίας και παραμένουν, όπως όλοι βλέπουμε, αμετανόητοι. Ίσως έτσι περιοριστεί η καταστροφή στο ηθικό και το οικονομικό πεδίο. Διότι σε κάθε άλλη περίπτωση, αν η Μεταπολίτευση τελειώσει, όπως άρχισε, με μια εθνική καταστροφή, τότε η επανεκκίνηση δεν θα γίνει από το 1974. Θα γίνει από το 1922. Με όλες τις αναλογίες. Και ας έλθουν μετά από έναν αιώνα οι επίγονοι όσων τιμωρηθούν να διαμαρτύρονται για την διαδικασία, όπως τολμούν εσχάτως οι ιδεολογικοί κληρονόμοι του μικροελλαδισμού.
Κώστας Χατζηαντωνίου

πηγή: antifono.gr (παραχώρηση από το περιοδικό manifesto τεύχος 19)

Read more at www.antifono.gr

 

Advertisements

Το «όραμα» να γίνει η Ελλάδα Σιγκαπούρη… Tου Χρηστου Γιανναρα

Amplify’d from news.kathimerini.gr

O πολιτικός λόγος, στην ιστορική διαδρομή του ελλαδικού εθνικού κρατιδίου, είχε πάντοτε στοιχεία πατριωτισμού: Αναφορές στην Ιστορία, στην αδιάκοπη συνέχεια του Ελληνισμού, στον πολιτισμό που αυτός γέννησε, σε άθλους συλλογικούς, σε ονόματα σοφών και ηρώων. Ηταν αυτονόητος ο πατριωτικός χαρακτήρας του πολιτικού λόγου, δεν ξεχώριζαν οι «συντηρητικοί» από τους «προοδευτικούς» ως προς αυτό το γνώρισμα.

Εξάλλου το ίδιο συνέβαινε (και συμβαίνει) σε όλα τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη» – με εξαίρεση μειονότητες παγιδευμένων στον ψυχαναγκασμό του μαρξιστικού διεθνισμού. Οι κοινωνίες που υιοθέτησαν τις αρχές του Διαφωτισμού για τη συγκρότηση έθνους – κράτους, διατηρούν στον πολιτικό λόγο, αυτονόητα, εμφατικές αναφορές στην εθνική τους ιδιαιτερότητα. Δεν είναι μόνο ορθολογική προϋπόθεση λειτουργικής συνοχής της συλλογικότητας, είναι και βασική ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου η βιωματική αίσθηση λώρου καταγωγής και συνέχειας η συνείδηση ριζών.

Το αυτονόητο πατριωτικό στοιχείο του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα εξέλιπε το 1974. Το πολιτικό σύστημα βάλθηκε να αποποιηθεί οπωσδήποτε το παρελθον της χώρας, ιστορία, προγόνους, πολιτισμική ετερότητα, αν ήταν δυνατόν και τη γλώσσα των Ελλήνων. Μέθυσε με το όραμα να γίνει η Ελλάδα η Σιγκαπούρη της Μεσογείου: Κράτος – αγορά με διεθνοποιημένους όρους οργάνωσης και διαβίωσης, πειθήνιο στις οποιεσδήποτε απαιτήσεις του οποιουδήποτε αρκεί να αποφέρουν πλούτο, αφού όραμα μοναδικό, κοινωνικό και πολιτικό, ήταν η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας όλων.

Ορατή αφορμή της παθιασμένης επιλογής του τριτοκοσμικού μοντέλου στάθηκε η εφτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών: Ταύτισε στις συνειδήσεις τον πατριωτισμό (γλώσσα, ιστορία, αίσθηση πατρίδας, αίσθηση του ιερού) με τον εθνικισμό στην πιο αποκρουστική και γελοία μορφή του. Το πώς συντελέσθηκε αυτή η ταύτιση, αξίζει εξειδικευμένη έρευνα.

Το αποτέλεσμα πάντως ήταν ότι μια ασήμαντη κοινωνική μειονότητα, των ψυχαναγκαστικών του μαρξιστικού διεθνισμού, κολλέγιασε με την επαρχιώτικη μειονεξία των απογόνων του κοραϊκού εκστασιασμού για τη Δύση. Και ο αφελληνισμός του Νεοέλληνα έγινε κατηγορική προστακτική, κυρίαρχη εξουσιαστική ιδεολογία, ταυτίστηκε με τον «εκσυγχρονισμό», την «πρόοδο» της χώρας.

Ισως όσοι αρνούνται τον μηδενισμό της μεταπολίτευσης, να είναι οι περισσότεροι. Αλλά μένουν παγιδευμένοι στα παραπλανητικά επιφαινόμενα: ελπίζουν ακόμα στο ΠΑΣΟΚ, στον ανελλήνιστο λόγο της παρακμιακής μικρόνοιας, στη Ν.Δ. που συνεχώς αυτοεξευτελίζεται, γιατί δεν ξέρει να μετανοήσει. Δεν υποψιάζονται ότι το καρκίνωμα, που γέννησε τη χρεοκοπία και το «μνημόνιο», είναι ο μηδενισμός των αφελληνισμένων, αραχτός στα «σικάτα» στέκια. Οτι το πρόβλημά μας είναι να ξαναδώσουμε «νόημα» στον πατριωτισμό.

Read more at news.kathimerini.gr

 

Ποιος έριξε τη χούντα

Οι αποκαλύψεις του τότε αρχηγού του Ναυτικού για το πραξικόπημα στην Κύπρο και για την αποκατάσταση της δημοκρατίας

Amplify’d from www.tovima.gr

Η συνωμοσία των χουντικών, η «περίεργη» αδιαφορία των βρετανών στρατιωτικών και το «ενδιαφέρον» των Αμερικανών

Ο ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, αρχηγός του Ναυτικού τις ημέρες του πραξικοπήματος στην Κύπρο και της μεταπολίτευσης, δεν δημοσιοποίησε ποτέ όσα σε προσωπικό υπόμνημά του προς τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή απεκάλυψε για τη συνωμοσία των χουντικών, για την «περίεργη» αδιαφορία των βρετανών στρατιωτικών και για το «ενδιαφέρον» των Αμερικανών. Σήμερα, με το βιβλίο του «Το Τέλος της Σιωπής» που κυκλοφορεί εντός των ημερών από τις Εκδόσεις Νέα Σύνορα, τεκμηριώνει με ακλόνητα στοιχεία το έγκλημα των Ιωαννίδη – Μπονάνου στην Κύπρο, εξηγεί γιατί δεν έγινε πρωθυπουργός ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αποκαθιστά την αλήθεια για το «ποιος κάλεσε τον Καραμανλή από το Παρίσι» ­ και δεν ήταν ο Αβέρωφ αυτός ­, μιλά για την «απροετοίμαστη αποστολή» μας στις συνομιλίες της Γενεύης και παρουσιάζει όλο το δραματικό σκηνικό «εκείνων των ημερών», που τις έζησε από κοντά όσο κανένας άλλος. Πέραν αυτών ο ναύαρχος Αραπάκης, ο άνθρωπος που διαπραγματεύθηκε την κατάπαυση του πυρός στην Κύπρο, φέρνει για πρώτη φορά στη δημοσιότητα τις αντιδράσεις των τούρκων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών ­ κάποιες «περίεργες» συνομιλίες τους με Αμερικανούς πριν από το πραξικόπημα, την πολύωρη συνεδρίαση στρατιωτικών και πολιτικών που κατέληξαν στην απόφασή τους για την εισβολή, τους χειρισμούς του Μπουλέντ Ετζεβίτ στο Λονδίνο κ.ά. «Το Βήμα», αρχίζοντας σήμερα και συνεχίζοντας όλη την ερχόμενη εβδομάδα, θα δημοσιεύσει μερικά από όσα αποκαλύπτει ο άλλοτε αρχηγός του Ναυτικού στο βιβλίο του «Το Τέλος της Σιωπής».

Στις 21 Ιουλίου, όταν, μετά την αποχώρηση των υπαρχηγών, είχαμε μείνει μόνοι οι αρχηγοί των τριών όπλων, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση εκνευρισμού και απογοήτευσης που είχε δημιουργηθεί, βρήκα ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να ρίξω την ιδέα να προχωρήσουμε σε αλλαγή από τη στρατιωτική στην πολιτική ηγεσία. Πρότεινα τότε να καλέσουμε τους πολιτικούς και να προχωρήσουμε στη μεταπολίτευση, γεγονός το οποίο αποδείχτηκε και στην κατ’ αντιπαράσταση με τους άλλους αρχηγούς συζήτηση ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής.

Την πρότασή μου περί πολιτικής αλλαγής, τεκμηριωμένη με ισχυρά επιχειρήματα, αποδέχτηκαν μετά από συζήτηση και οι άλλοι αρχηγοί. Συγκεκριμένα, ο Μπονάνος με ρώτησε: «Τι εννοείς; Να καλέσουμε τους πολιτικούς αρχηγούς;». Απάντησα: «Βεβαίως ναι». Στη συνέχεια, συμφωνήσαμε οι αποφάσεις πάνω στο θέμα αυτό να λαμβάνονται ισότιμα, χωρίς να προσδιορίσουμε πότε και πώς. Ετσι τέθηκαν οι βάσεις μιας σιωπηρής συμφωνίας μας περί πρόσκλησης των πολιτικών και σχηματισμού πολιτικής κυβέρνησης, προκειμένου να επιτευχθεί η μεταπολίτευση, την οποία επιθυμούσε όλος ο ελληνικός λαός, εκτός από τους ακραίους οπαδούς του καθεστώτος, που πίστευαν ότι μπορούσαν να διατηρήσουν την εξουσία ακόμη και μετά τα όσα έγιναν. Οι τελευταίοι αυτοί στράφηκαν εναντίον μου και δεν έλειψαν και ενέργειες για την ανάκτηση της εξουσίας, φυσικά χωρίς αποτέλεσμα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνω ότι, την εποχή εκείνη, είχα επιτύχει το Πολεμικό Ναυτικό να έχει μια ξεχωριστή, δυναμική παρουσία μέσα στις Ενοπλες Δυνάμεις. Διακρινόταν για παραδειγματική σύμπνοια και ενότητα μεταξύ των στελεχών του. Και προσωπικά, πέρα από τις πολύ καλές σχέσεις που διατηρούσα πάντα με τους αξιωματικούς, είχα και τη ζωντανή σ’ όλες μου τις ενέργειες και πρωτοβουλίες, και ενεργό συμπαράσταση των μονίμων υπαξιωματικών οι οποίοι, ως γνωστόν, αποτελούν τον κορμό του Πολεμικού Ναυτικού και ιδιαίτερα των πολεμικών πλοίων.

Είχα λοιπόν, πράγματι, τον πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο του Πολεμικού Ναυτικού, κάτι το οποίο δε συνέβαινε με τους αρχηγούς των άλλων κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων. Εκεί τον έλεγχο διατηρούσε ο Ιωαννίδης και, κατά συνέπεια, ο Μπονάνος, αν και ήταν αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, δε διέθετε ουσιαστική δύναμη.

Μετά από την επίτευξη της συμφωνίας για την κατάπαυση του πυρός και ενόψει των δυσχερειών που όφειλαν να αντιμετωπιστούν δραστικά, έκρινα ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να προχωρήσουμε στην υλοποίηση της συμφωνίας μας για μεταπολίτευση.

*Η μεγάλη ευκαιρία

Πρέπει να αναφέρω ότι οι Αμερικανοί, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών που είχαν προηγηθεί, δεν έθεσαν θέμα μεταπολίτευσης. Η πρόταση για μεταπολίτευση ήταν θέμα προσωπικής μου πρωτοβουλίας, η οποία έγινε αποδεκτή και από τους άλλους αρχηγούς. Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μετά την επέμβαση των Τούρκων στην Κύπρο έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία για την πραγματοποίηση της μεταπολίτευσης.

Η ώρα ήταν ήδη προχωρημένη, Δευτέρα βράδυ. Την επομένη, Τρίτη 23 Ιουλίου, το πρωί στις 7.30, πήγα στον Μπονάνο και, αφού του διατύπωσα τις έντονες ανησυχίες μου για την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέληξα ότι απαιτείται άμεση ενέργεια. Στη σκέψη μου φυσικά κυριαρχούσε η ιδέα της πρόσκλησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή για να ηγηθεί διακομματικής κυβέρνησης. Του είπα να καλέσουμε και τους άλλους αρχηγούς και να προχωρήσουμε σε πολιτική αλλαγή. Τότε ο στρατηγός Μπονάνος κάλεσε, πράγματι, τους δύο άλλους, Γαλατσάνο και Παπανικολάου, οι οποίοι μετά από ανταλλαγή απόψεων συμφώνησαν να βαδίσουμε από κοινού προς αυτή την κατεύθυνση.

Αμέσως μετά πρότεινα να πάει πρώτα ο Μπονάνος στο στρατηγό Γκιζίκη, ο οποίος μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν είχε ιδέα για την απόφασή μας αυτή, για να δούμε πώς θα αντιδράσει. Εμείς θα περιμέναμε στα γραφεία μας τηλεφώνημα του προκειμένου, στη συνέχεια, για να τον συναντήσουμε στο γραφείο, πλέον, του Γκιζίκη.

Ολοι οι ανώτατοι αξιωματικοί του αρχηγείου Ναυτικού, τους οποίους είχα ενημερώσει για τις προθέσεις μου, με διαβεβαίωσαν ότι συμφωνούσαν. Προς τιμήν τους, υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό την πρωτοβουλία μου και μου είπαν: «Προχωρήστε και να είστε βέβαιος ότι είμαστε στο πλευρό σας». Συμφωνήσαμε ακόμη να τηρήσουμε απόλυτη μυστικότητα ως την τελευταία στιγμή.

Ο Μπονάνος, μη γνωρίζοντας επακριβώς το σχεδιασμό και τις προθέσεις μου, σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί την περίσταση προκειμένου να σχηματίσει δοτή κυβέρνηση της αρεσκείας του, υπό τον Γαρουφαλιά, εν αγνοία των αρχηγών και παρά τη συμφωνία μας. Ο Γαρουφαλιάς, αφού ειδοποιήθηκε από τον Μπονάνο, περίμενε στην εκκλησία της Αγίας Σκέπης, του οικισμού Παπάγου, να κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Η ευφορία όμως του ΑΕΔ κράτησε μέχρι να περάσει την πόρτα του γραφείου του Γκιζίκη. «Δε συμφωνώ», του είπε κοφτά ο τελευταίος, αναγκάζοντάς τον να του αποκαλύψει, τελικά, την αλήθεια, ότι οι αρχηγοί είχαμε συμφωνήσει να καλέσουμε τους πολιτικούς να σχηματίσουν κυβέρνηση ευρείας αποδοχής με στόχο την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα.

*Οι παραιτήσεις των αρχηγών

Ο Γκιζίκης ζήτησε τότε να ακούσει και ο ίδιος τους αρχηγούς. Οταν φτάσαμε στο γραφείο του, αφού μας άκουσε, έθεσε την παραίτησή του στη διάθεσή μας. Το ίδιο έκανε και ο αρχηγός Στρατού Γαλατσάνος, επικαλούμενος το γεγονός της συμφωνίας του στην κίνηση κατά του Μακαρίου. Θα περίμενε κανείς να κάνει το ίδιο και ο Μπονάνος, ο οποίος είχε συνεργήσει στην προετοιμασία και είχε δώσει οδηγίες για την εκτέλεσή της. Δεν είπε λέξη. Ο Γαλατσάνος διακρινόταν για το θάρρος της γνώμης του και τη λεβεντιά του. Αμέσως αντέδρασα λέγοντας ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για παραιτήσεις. Επρεπε, όπως τους είπα, να εμφανιστούμε απέναντι στον ελληνικό λαό ενωμένοι και να τον πείσουμε ότι η αλλαγή στην πολιτική ηγεσία γινόταν με πρωτοβουλία των Ενόπλων Δυνάμεων στο σύνολό τους, προκειμένου να μη δημιουργηθεί κοινωνική αναταραχή. Με την άποψη αυτή συμφώνησαν τελικά όλοι· και οι δύο που είχαν υποβάλει παραίτηση την ανακάλεσαν. Στη συνέχεια ο Γκιζίκης κάλεσε τον ταξίαρχο Ιωαννίδη και του ανακοίνωσε τις αποφάσεις μας. Μιλήσαμε και εμείς οι αρχηγοί, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι ήμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε σε πολιτική αλλαγή. Ο Ιωαννίδης, μπροστά στην ομόθυμη απόφασή μας, αρκέστηκε να παρατηρήσει: «Κύριοι, εγώ δε συμφωνώ, έχω διαφορετικές αντιλήψεις, αφού όμως και οι πέντε συμφωνείτε, εγώ αποσύρομαι και ζητώ διήμερη άδεια από τον αρχηγό Στρατού»· και προχώρησε αμέσως προς την έξοδο. Επειδή όμως είχε ζητήσει άδεια και από τον Παπαδόπουλο, προτού σχεδιάσει την ανατροπή του, του ζητήσαμε να υποσχεθεί ότι δε θα αντιδρούσε και ότι θα απαιτούσε από τους αξιωματικούς, οι οποίοι τον ακολουθούσαν, να πειθαρχήσουν. «Καλά, σας το υπόσχομαι», απάντησε. Ο Γκιζίκης τότε πρόσθεσε: «Ξέρω ότι είσαι έντιμος άνθρωπος και αξιωματικός και άμα δώσεις το λόγο σου θα τον τηρήσεις». «Εχετε το λόγο μου», απάντησε και πάλι ο Ιωαννίδης. Στη συνέχεια, κλήθηκαν από το γραφείο του Γκιζίκη οι εκπρόσωποι του πολιτικού κόσμου ­ Κανελλόπουλος, Μαύρος, Αβέρωφ, Αθανασιάδης-Νόβας, Μαρκεζίνης, Στεφανόπουλος, Γαρουφαλιάς και Ζολώτας. Η ώρα της σύσκεψης ορίστηκε στις 2 το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου, οπότε οι αρχηγοί γυρίσαμε στα γραφεία μας μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η συγκέντρωση.

Εν τω μεταξύ, το ίδιο πρωί, πριν κληθούν οι πολιτικοί σε σύσκεψη, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από το Παρίσι είχε τηλεφωνήσει στο γραφείο του αδελφού του Αχιλλέα, στην οδό Βουλής, στο οποίο και βρίσκονταν, μεταξύ άλλων, και ο αδελφός του Αλέκος, όπως και ο Μιλτιάδης Εβερτ, ο οποίος μου περιέγραψε τον ακόλουθο διάλογο:

Κωνσταντίνος Καραμανλής: «Τι γίνεται εκεί;»

Απάντηση: «Δεν ξέρουμε τι γίνεται, αλλά φοβόμαστε μη χυθεί αίμα».

Κωνσταντίνος Καραμανλής: «Μη φοβάστε, δεν πρόκειται να χυθεί αίμα, είναι ο Πέτρος Αραπάκης, ο οποίος ενεργεί με σύνεση και ξέρει τι κάνει».

Η συνάντηση πολιτικών και στρατιωτικών

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την καθορισμένη ώρα, 2 μ.μ. Ο Γκιζίκης ανακοίνωσε την απόφαση των αρχηγών να ανατεθεί η διακυβέρνηση της χώρας στην πολιτική ηγεσία. Εφόσον δε θα υπήρχαν σοβαρές αντιρρήσεις από την πλευρά των πολιτικών, πρότεινε, κατόπιν εισήγησης του Μπονάνου, ο οποίος διατηρούσε επαφή με αξιωματικούς-κλειδιά του καθεστώτος, να διατηρήσουν οι Ενοπλες Δυνάμεις τα υπουργεία Εθνικής Αμύνης, Δημοσίας Τάξεως και Εσωτερικών. Η διατύπωση αυτής της πρότασης μου έκανε άσχημη εντύπωση, εφόσον δεν είχε προηγηθεί σχετική συμφωνία μεταξύ μας· ήταν αυθαίρετη και ασύμβατη με το πνεύμα της ουσιαστικής αλλαγής στην οποία απέβλεπα. Οπως ήταν φυσικό, η ιδέα δεν ήταν αρεστή και απορρίφθηκε από τους εκπροσώπους του πολιτικού κόσμου, με αποτέλεσμα ο Γκιζίκης να την αποσύρει χωρίς αντίρρηση. Στο σημείο αυτό οι πολιτικοί εξέφρασαν την επιθυμία να δουν τους αρχηγούς, οι οποίοι ως τη στιγμή εκείνη είχαμε παραμείνει στο παρακείμενο γραφείο. Μπήκαμε τότε στο γραφείο του Γκιζίκη και καθίσαμε μεταξύ των πολιτικών, τους οποίους και διαβεβαιώσαμε ότι επιθυμούμε να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας και ότι διατηρούμε τον απόλυτο έλεγχο των όπλων μας ­ γεγονός που, πράγματι, δεν ίσχυε και για τα τρία όπλα. Προσωπικά, είχα επιτύχει να έχω τον πλήρη έλεγχο του Ναυτικού.

Τότε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ρώτησε αν, ειδικότερα, ο Ιωαννίδης ήταν ενήμερος και σύμφωνος και αυτός. Ο Γκιζίκης απάντησε ότι ο ταξίαρχος είναι έντιμος αξιωματικός και είναι, πράγματι, και αυτός σύμφωνος (αυτό βεβαίως δεν ήταν ακριβές, αλλά η δήλωση αυτή έγινε για να διασκεδαστεί η εύλογη φοβία των πολιτικών). Στη συνέχεια, ο Γκιζίκης υπογράμμισε ότι οι περιστάσεις επιβάλλουν τον άμεσο σχηματισμό κυβέρνησης και ότι δε θα έπρεπε να λήξει η συνεδρίαση προτού συγκροτηθεί η κυβέρνηση αυτή. Οι πολιτικοί δήλωσαν κατ’ αρχήν ότι είναι σύμφωνοι. Η εν γένει στάση και η συμπεριφορά τους έδειχνε ότι, επιδεικνύοντας θαυμαστή ανωτερότητα, ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας, απαλλαγμένοι από κάθε μνησικακία. Τελικά όμως, δεν ήταν δυνατή η άμεση συγκρότηση κυβέρνησης, γιατί θα έπρεπε προηγουμένως ορισμένοι, όπως ο Μαύρος, να έρθουν σε επαφή με τους βασικούς κομματικούς συνεργάτες τους.

Ειδικότερα, ο Μαρκεζίνης υποστήριξε ότι δεν θα έπρεπε να σχηματιστεί πολιτική κυβέρνηση, αλλά υπηρεσιακή, «ενός ανδρός», υπό τον Παλαμά, με εντολή να προχωρήσει σε εκλογές. Ορισμένοι άλλοι ­ ο Αθανασιάδης-Νόβας, ο Στεφανόπουλος και ο Γαρουφαλιάς ­ τόνισαν ότι έπρεπε να συμμετάσχουν στη νέα κυβέρνηση οι εκπρόσωποι όλων των πολιτικών παρατάξεων. Ο Ζολώτας είπε ότι ο ίδιος δεν ήταν πολιτικός, αλλά πίστευε ότι, πράγματι, έπρεπε οι πολιτικοί να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας και ότι ήταν πρόθυμος, ως συνήθως, να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Ο Κανελλόπουλος υποστήριξε ότι δεν ήταν δυνατόν να ορκιστεί κυβέρνηση εκείνη τη στιγμή· θα έπρεπε να αποσυρθούν όλοι για να συνεννοηθούν μεταξύ τους και, ακόμη, να συνεκτιμήσουν το γεγονός ότι υπήρχε και ο Καραμανλής, μολονότι βρισκόταν στο εξωτερικό. Τότε ο Γκιζίκης αντέτεινε ότι δεν ήταν σκόπιμη η αναμονή του Καραμανλή, ο οποίος, εξάλλου, βρισκόταν εκτός Ελλάδας πολλά χρόνια. Στη συνέχεια, ο Μαύρος ζήτησε πίστωση χρόνου προκειμένου να επικοινωνήσει με τους παράγοντες του κόμματός του.

Τελευταίος έλαβε το λόγο ο Αβέρωφ. Αφού έπλεξε το εγκώμιο του Κανελλόπουλου ως πνευματικού ανδρός, εξήρε τις αρετές του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως πολιτικού ηγέτη πλέον κατάλληλου για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας κατά τις κρίσιμες εκείνες ώρες. Εφόσον όμως δε θα ήταν τούτο εφικτό, τότε ήταν αναμφισβήτητα ο Κανελλόπουλος εκείνος που θα έπρεπε να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ο Γκιζίκης, επιμένοντας στην άποψή του υπέρ του άμεσου σχηματισμού κυβέρνησης, στράφηκε στον Κανελλόπουλο, ο οποίος και αποδέχτηκε την πρόταση, με την προϋπόθεση ότι θα συνέπραττε η Ενωση Κέντρου. Ελαβε, μάλιστα, και την εντολή, με την προοπτική να παρουσιάσει ως τις 8 μ.μ. τα μέλη του νέου υπουργικού συμβουλίου. Από τις απόψεις που είχαν διατυπωθεί, επισήμανα ότι, μεταξύ των πολιτικών, ο Αβέρωφ είχε εκφραστεί ευνοϊκά για τον Καραμανλή, τον οποίο, όπως υπογράμμισε, θεωρούσε πλέον κατάλληλο για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας κατά τις κρίσιμες εκείνες ώρες. Επειδή όμως βρισκόταν μακριά, είχε τελικά συμφωνήσει, και εκείνος, με τη λύση Κανελλόπουλου-Μαύρου ως μόνη εφικτή υπό τις τότε συνθήκες. Στο σημείο αυτό είχε σταματήσει η συζήτηση και οι πολιτικοί είχαν αρχίσει να αποχωρούν με σκοπό να επανέλθουν το βράδυ, οπότε ο Κανελλόπουλος θα ορκιζόταν πρωθυπουργός με αντιπρόεδρο τον Μαύρο, επικεφαλής της κυβέρνησης που θα είχαν, στο ενδιάμεσο διάστημα, σχηματίσει.

Πώς εκλήθη ο Καραμανλής

Πιστεύοντας προσωπικά, με απόλυτη ειλικρίνεια, ότι ο πλέον κατάλληλος για να αναλάβει την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας, κατεξοχήν τότε, ήταν ο Καραμανλής, έστω και με καθυστέρηση κάποιων ωρών, σκέφτηκα ότι ο Αβέρωφ, που γνώριζα ότι είχε τη δυνατότητα να έρθει άμεσα σε επαφή μαζί του, ήταν αυτός που κυρίως μπορούσε να συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση. Ετσι, την ώρα που αποχωρούσαν οι άλλοι πολιτικοί, έπιασα τον Αβέρωφ από το χέρι και τον παρακάλεσα να μείνει μαζί μου για να με βοηθήσει να φέρω τον Καραμανλή, όπως του είπα. Η απάντησή του ήταν: «Δεν μπορώ να μείνω, γιατί η θέση μου είναι λεπτή έναντι των άλλων». Του απάντησα τότε αμέσως: «Αφήστε τις λεπτότητες, κύριε Αβέρωφ. Εδώ το θέμα είναι εθνικό. Ξεκινήστε μαζί τους, κάνετε ότι πάτε στην τουαλέτα και γυρίστε πίσω».

Αυτά του είπα ακριβώς, αυτή είναι η αλήθεια. Πράγματι, έτσι και έκανε. Οταν μετά από λίγο επέστρεψε, τον ρώτησα: «Δε νομίζετε ότι μια κυβέρνηση υπό τον Καραμανλή θα ήταν πολύ καλύτερη;». Η απάντησή του ήταν άμεση: «Αλλο πράγμα». Τότε τον πήρα και πήγαμε στην άκρη της αίθουσας, όπου βρισκόταν ο Γκιζίκης με τους άλλους αρχηγούς. Εκεί τον πλησίασα, καθώς και τον Μπονάνο, που καθόταν πλάι του, και τους είπα ότι δεν ήταν ορθό να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς τον Καραμανλή. Οπως είναι γνωστό, παρατήρησα, είναι ο άνθρωπος που διαθέτει διεθνές κύρος, απαράβλητα ηγετικά προσόντα, τεράστια πείρα διακυβέρνησης της χώρας και χαίρει της εμπιστοσύνης του λαού· εν πάση περιπτώσει, δε χάθηκε ο κόσμος αν χρειαστεί να περιμένουμε λίγο ακόμη, η πτήση από το Παρίσι διαρκεί τρεις μόνο ώρες. Θα τον πάρει στο τηλέφωνο ο Αβέρωφ, συνέχισα, και θα του πει ότι πρέπει να έρθει αμέσως. Το θέμα του αεροσκάφους μπορούμε να το ρυθμίσουμε με την Ολυμπιακή. Τότε ο Γκιζίκης και ο Μπονάνος, καθώς και οι άλλοι δύο, ο Γαλατσάνος και ο Παπανικολάου, μετά από σύντομη ανταλλαγή απόψεων, συμφώνησαν να καλέσουμε τον Καραμανλή.

*Μια συγγενής ψάχνει τον πρόεδρο στο Παρίσι

Αμέσως, ο Αβέρωφ άρχισε τα τηλεφωνήματα. Επειδή όμως το τηλέφωνο του ίδιου του Καραμανλή χτυπούσε χωρίς ανταπόκριση, κάλεσε τηλεφωνικά μια συγγενή του, που έμενε κοντά στον Ελληνα πολιτικό, και της ζήτησε να πάει να τον βρει και να του πει ότι είναι μεγάλη ανάγκη να επικοινωνήσει μαζί μας στον αριθμό τηλεφώνου του Γκιζίκη, που της υπαγόρευσε. Η γυναίκα αυτή εξετέλεσε αμέσως τις οδηγίες του. Μετά από λίγο χτύπησε, πράγματι, το τηλέφωνο. Ηταν ο Καραμανλής. Ο Αβέρωφ τον ενημέρωσε για την απόφαση της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων να του αναθέσει τη διακυβέρνηση της χώρας και του ζήτησε να έρθει αυθημερόν. Ο Καραμανλής αντέδρασε θετικά, αλλά τοποθέτησε την επιστροφή του κατά την επόμενη ημέρα. Αποβλέποντας στην άμεση επάνοδό του, ώστε να δοθεί αμέσως λύση, μίλησα μαζί του και του εξήγησα ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να σπεύσει αυθημερόν. Επειδή μου είχε εμπιστοσύνη, δε δυσκολεύτηκε να αντιληφθεί τι εννοούσα. Ο Αβέρωφ υπέδειξε στον Γκιζίκη να μιλήσει στο τηλέφωνο και αυτός. Στη συνέχεια, μίλησαν με τον Καραμανλή και οι άλλοι αρχηγοί ­ Μπονάνος, Γαλατσάνος και Παπανικολάου. Ο τελευταίος μάλιστα προσπάθησε να συνεννοηθεί για την εξεύρεση αεροσκάφους. Οταν τελικά ο Καραμανλής συγκατένευσε να ταξιδέψει αμέσως, ο Αβέρωφ, μετά από υπόδειξη του Γκιζίκη, τηλεφώνησε στον Κανελλόπουλο και τον ενημέρωσε, περί ώραν 18.30, για την εξέλιξη αυτή και την άρση, ουσιαστικά, της εντολής που του είχε δοθεί. Ο Κανελλόπουλος δέχτηκε το γεγονός με την ανωτερότητα η οποία τον διέκρινε πάντοτε.

Οτιδήποτε άλλο λέγεται ότι δήθεν συνετέλεσε ή ότι επέβαλε την αλλαγή στην Ελλάδα, π.χ. για δήθεν κινήσεις μονάδων από τη Βόρεια Ελλάδα ή άλλες φήμες για ξένες επιρροές, είναι φανταστικά. Τις ενέργειές μου για την επαναφορά του Καραμανλή, τις οποίες εδώ αναφέρω λεπτομερώς, δεν τις εξιστόρησα νωρίτερα για να μην πικράνω τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, όσο ζούσε, διατηρώντας μακρούς και πολύ στενούς δεσμούς μαζί του. Τη σιωπή μου όμως εκμεταλλεύτηκε ο Αβέρωφ, επιχειρώντας να αλλοιώσει τα πραγματικά περιστατικά, στο μέτρο που δεν τον κολάκευαν. Οπως προανέφερα, τον έπεισα να παραμείνει μαζί μου για να με βοηθήσει να φέρω τον Καραμανλή, παρά την ως τότε πρόθεσή του να αποχωρήσει μαζί με τους άλλους πολιτικούς.

Τι απέκρυψε ο Αβέρωφ

Την αρχική άρνηση του Αβέρωφ να παραμείνει μαζί μας, επικαλούμενος τη λεπτή θέση του έναντι των άλλων πολιτικών, ανέφερα σε έκθεσή μου προς τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή τον Απρίλιο του 1975. Ο Αβέρωφ, όταν διάβασε την έκθεση αυτή, και ειδικότερα τη συγκεκριμένη περιγραφή, η οποία για λόγους λεπτότητας ήταν προσεκτικά διατυπωμένη αλλά επακριβής, την αποδέχτηκε τότε πλήρως. Στην προσπάθειά του όμως να δημιουργήσει καλές εντυπώσεις γι’ αυτόν, επιχείρησε μεταγενέστερα να αλλοιώσει την πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι γύρισε στο γραφείο του Γκιζίκη διότι στο διπλανό γραφείο, που πήγε να πιει νερό (ενώ οι κανάτες με το νερό και τα ποτήρια ήταν δίπλα του, επάνω στο τραπέζι, και μπορούσε επιπλέον να παραγγείλει ό,τι άλλο ήθελε ­ ευκολίες που, όπως ήταν φυσικό, στο διπλανό γραφείο δεν υπήρχαν), συνάντησε τον αντισυνταγματάρχη Θωμά Νίκα και τον ταγματάρχη Χαράλαμπο Παλαΐνη, οι οποίοι του είπαν ότι τα υπουργεία Εθνικής Αμύνης, Δημοσίας Τάξεως και Εσωτερικών πρέπει να παραμείνουν στις Ενοπλες Δυνάμεις. Αλλά η απαίτηση αυτή είχε ήδη συζητηθεί στη μεγάλη σύσκεψη, παρουσία των πολιτικών, και δεν είχε γίνει δεκτή. Συνεπώς ούτε θέμα πλέον υπήρχε, αλλ’ ούτε και επιχειρήθηκε η επαναφορά του, όταν επέστρεψε στο γραφείο και παρέμεινε μαζί μας, εφόσον μετά την αναχώρηση των πολιτικών το θέμα είχε οριστικά λήξει. Πέραν αυτού όμως, ο ισχυρισμός δεν είναι αληθής και διότι δε βγήκε ούτε στιγμή από το γραφείο του Γκιζίκη, προτού καλέσουμε τον Καραμανλή, ούτε, κατά συνέπεια, συνάντησε οποιονδήποτε τρίτο.

*Εν αναμονή του Καραμανλή

Ομολογώ ότι η παραποίηση αυτής της πραγματικότητας μου προκάλεσε αισθήματα απογοήτευσης και λύπης, λόγω και της συμπάθειας που έτρεφα για τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Μολοντούτο, έχοντας αντιμετωπίσει μαζί του, όταν ήταν υπουργός Εθνικής Αμύνης, μείζονος σημασίας εθνικά ζητήματα, φρόντισα ώστε να μη διαταραχθούν οι σχέσεις μας, εφόσον, ιδίως, τα γεγονότα ήταν ακόμα νωπά. Ο ίδιος μάλιστα, όταν μετά τις εκλογές του 1981, θέλησε να αναλάβει την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας, με επισκέφθηκε στην κατοικία μου και επιζήτησε τη βοήθειά μου. Επισκέφθηκα τότε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος έτρεφε πάντοτε απέναντί μου αισθήματα συμπάθειας και εκτίμησης, και συνηγόρησα υπέρ της εκλογής του ως διαδόχου του Γεωργίου Ράλλη.

Στις 8 μ.μ. επέστρεψαν οι πολιτικοί, οι οποίοι, μετά τη σχετική ενημέρωση, αποφάσισαν να περιμένουν την άφιξη του Καραμανλή. Στο μεταξύ, ο Καβαλιεράτος, ο οποίος ήταν ο πρέσβης μας στο Παρίσι, μας πληροφόρησε ότι ο Γάλλος πρόεδρος Ζισκάρ Ντ’ Εστέν διέθεσε το προσωπικό του αεροσκάφος για την ταχεία και άνετη επιστροφή του Ελληνα πολιτικού, σε ένδειξη φιλίας και εκτίμησης απέναντί του.

*Η επικοινωνία με τον Κίσινγκερ

Στο μεταξύ επειδή εντείνονταν οι φήμες για κατάληψη του αεροδρομίου της Λευκωσίας και για προσπάθειες των Τούρκων να βελτιώσουν τις θέσεις τους, οι πολιτικοί κάλεσαν τους πρέσβεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αγγλίας και της Γερμανίας, των οποίων, όταν έφτασαν στο γραφείο του Γκιζίκη, ζήτησαν την παρέμβαση. Με τη βοήθεια του Τάσκα, ο Κανελλόπουλος και ο Μαύρος επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον Κίσινγκερ. Ο Κανελλόπουλος του είπε ότι, αν οι Τούρκοι προήλαυναν προς το αεροδρόμιο της Λευκωσίας, ήταν επίφοβο να έχουμε δυσάρεστα γεγονότα στην περιοχή· με το ίδιο πνεύμα μίλησε και ο Μαύρος. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών τηλεφώνησε τότε στον Ετζεβίτ, από τον οποίο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι θα σταματήσει κάθε επιθετική κίνηση. Αμέσως ενημέρωσε σχετικά τον Κανελλόπουλο και τον Μαύρο.

Οσοι ήταν παρόντες παρέμειναν στην αίθουσα της συνεδρίασης ως την άφιξη του Καραμανλή. Στις 2 π.μ. μας ειδοποίησαν από το αεροδρόμιο ότι προσγειώθηκε το προεδρικό αεροσκάφος και ότι η υποδοχή που του επιφύλαξε ο λαός ήταν πρωτοφανής. Μια ώρα αργότερα, έφτασε στο γραφείο του Γκιζίκη. Καθίσαμε όλοι γύρω από το μεγάλο τραπέζι και αρχίσαμε τη σύσκεψη. Μετά από σύντομη ενημέρωση, ο Καραμανλής ζήτησε χρόνο προκειμένου να ενημερωθεί πληρέστερα και να ορκιστεί πρωθυπουργός στις 10 το πρωί. Επειδή όμως η χώρα ήταν χωρίς κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός περίμενε να ακούσει ότι ο Καραμανλής ανέλαβε τις τύχες του έθνους, αποδέχτηκε, μετά από επίμονη προτροπή όλων των παρισταμένων, να ορκιστεί πρωθυπουργός. Ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ είχε ήδη κληθεί και ανέμενε στη διπλανή αίθουσα. Αμέσως έγινε η ορκωμοσία και ο Καραμανλής ανέλαβε πρωθυπουργός στις 4 το πρωί της 24ης Ιουλίου 1974. Η πρώτη ορκωμοσία μελών της νέας κυβέρνησης εθνικής ενότητας έγινε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Το αρχικό κλιμάκιο αποτελούσαν οι Γεώργιος Μαύρος, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, Ευάγγελος Αβέρωφ, υπουργός Εθνικής Αμύνης, στρατηγός Σόλων Γκίκας, υπουργός Δημοσίας Τάξεως και Ξενοφών Ζολώτας, υπουργός Συντονισμού. Χωρίς μεγάλη καθυστέρηση ακολούθησε η ορκωμοσία και άλλων υπουργών, όπως των Αθ. Κανελλόπουλου, Δ. Παπασπύρου, Δ. Τσάτσου, Χρ. Στράτου, Κ. Λάσκαρη, Ι. Μπούτου, Ι. Βαρβιτσιώτη, Εμ. Κεφαλογιάννη κ.ά.

Οπωσδήποτε ήταν λυπηρό ότι ανακλήθηκε η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης που είχε δοθεί στον Κανελλόπουλο, του οποίου, ως γνωστόν, η κυβέρνηση είχε ανατραπεί το 1967 από τους πραξικοπηματίες και, επομένως, μετά την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών, θα ήταν εύλογο να αναλάβει αυτός την πρωθυπουργία. Οι ίδιες όμως στρατιωτικές μονάδες που τον απομάκρυναν τότε ήταν ακόμη εκεί, στις ίδιες θέσεις, έτοιμες να ανατρέψουν και τη νέα κυβέρνηση. Επομένως, εκείνη την κρίσιμη στιγμή, όταν οι μονάδες αυτές, ανέπαφες, αγκάλιαζαν ασφυκτικά την Αθήνα και ολόκληρο το Λεκανοπέδιο της Αττικής, χρειαζόταν μια πολύ ισχυρή πολιτική φυσιογνωμία, ικανή να ανταποκριθεί στις έκτακτες περιστάσεις. Η ισχυρή προσωπικότητα του Καραμανλή ανταποκρινόταν, τις στιγμές εκείνες, στις επιταγές της τότε πραγματικότητας.

*Η ενδεδειγμένη ενέργεια

Ακόμη και πολύ αργότερα, μετά τη μεταπολίτευση, όταν πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός, υπήρξαν ορισμένοι που μου είπαν ότι θα έπρεπε, αντί να κληθεί ο Καραμανλής από το Παρίσι, να είχε γίνει πρωθυπουργός ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Παρά τη βαθιά εκτίμηση αλλά και τα θερμά προσωπικά αισθήματα που έτρεφα για τον τελευταίο, πίστευα εντούτοις και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η δυναμική και στιβαρή προσωπικότητα του Καραμανλή ήταν απαραίτητη. Η κατάσταση ήταν ασταθής, εύθραυστη και επικίνδυνη. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια μέχρις ότου σταθεροποιηθεί και εδραιωθεί η μεταπολιτευτική κυβέρνηση. Η παρουσία του Καραμανλή υπήρξε καθοριστική για την ευόδωσή της.

Το βιβλίο του Πέτρου Αραπάκη «Το Τέλος της Σιωπής» θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη.

Read more at www.tovima.gr

 

Η διεθνής δικαίωση του ντενκτασισμού: Ο Χριστόφιας μίλησε για «ελληνική εισβολή» στην Κύπρο!

Amplify’d from www.efylakas.com

Η διεθνής δικαίωση του ντενκτασισμού: Ο Χριστόφιας μίλησε για «ελληνική εισβολή» στην Κύπρο!

‘Εμπροσθοφύλακας’
«Η διεθνής δικαίωση του ντενκτασισμού: Ο Χριστόφιας μίλησε για “ελληνική εισβολή” στην Κύπρο!»
02 Οκτωβρίου 2010
Συντακτική Ομάδα

Για ποιον δουλεύεις Δημήτρη Χριστόφια; Δεν είναι οι Έλληνες Κύπριοι που σε εξέλεξαν Πρόεδρο; Δεν έχεις ως σκοπό σου την απελευθέρωση της πατρίδας σου; Ξέρεις πολύ καλά πως η δικτατορική Χούντα έκανε πραξικόπημα, και όχι κανενός είδους στρατιωτική “εισβολή”. Στρατιωτική εισβολή έκανε μόνο η Τουρκία.

Δείτε τις δηλώσεις Χριστόφια, όπου απεκάλεσε την Ελλάδα “ούτω καλούμενη μητέρα-πατρίδα”, ενώ την εξύβρισε ονομάζοντάς την “εισβολέα”, εξισώνοντας την εισβολή της Τουρκίας (που συνεχίζεται μέχρι σήμερα επί όλων των τουρκικών κυβερνήσεων), με το προδοτικό πραξικόπημα της Χούντας, το οποίο καταδίκασαν όλες οι έκτοτε ελλαδικές κυβερνήσεις:

Εμείς δεν θα σου χαριστούμε Δημήτρη Χριστόφια: Δεν ήταν ούτε “ατυχής”, ούτε “ατόπημα”, ούτε “λάθος στην μετάφραση” η δήλωσή σου. Ήταν συνειδητή. Θεωρείς την Ελλάδα εξίσου συνένοχη με την Τουρκία, γιατί ο ανθελληνισμός σου είναι αβυσσαλέος, παρανοϊκός, άρρωστος και ψυχωτικός. Το πάθος σου κατά του Ελληνισμού και η σπουδή σου να δικαιώσεις όλους τους κατοχικούς ηγέτες, από τον Ταλάτ και τον Έρογλου μέχρι τον Ερντογάν και τον Γκιουλ, αποδεικνύουν πως δεν υπερασπίζεσαι τα συμφέροντα της Κύπρου.

Άλλωστε, δεσμεύτηκες από το βήμα της 65ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ να υπερασπίζεσαι τα στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας. Όπως έγραψε η ‘Χαραυγή’ [25/09/2010]:

«Κι επανέλαβε [ο Χριστόφιας] την πρόσκλησή του προς την τουρκική ηγεσία να τον συναντήσει για να μοιραστεί μαζί της το όραμά του για επίτευξη λύσης, η οποία θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Κυπρίων [σ.σ. όχι της Κ.Δ., όχι της Κύπρου, απλώς των… Κυπρίων], της Τουρκίας, της Ελλάδος, την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή»

Οι δηλώσεις σου δεν είναι τυχαίες, αλλά ανήκουν στο ίδιο κύμα κρατικού ρατσισμού κατά όσων θέλουν να διατηρούν την ελληνική ταυτότητά τους. Το αποδεικνύουν, άλλωστε, οι βανδαλισμοί κατά μνημείων ηρώων της ΕΟΚΑ και το κάψιμο των ελληνικών σημαιών που κάνουν οι παρακρατικοί οπαδοί σου, το αποδεικνύουν τα Υπουργεία σου που εξαφάνισαν τις ελληνικές σημαίες και τα συνθήματα από τις παρελάσεις της Εθνικής Φρουράς.

Τώρα κάνεις εξαγωγή του ντόπιου άρρωστου ανθελληνισμού σου και στο εξωτερικό. Για να γνωρίζει ο κόσμος όλος πως ο Έλληνας Κύπριος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Έλληνας Κύπριος Δημήτρης Χριστόφιας, προτιμά να δίνει διπλωματικά επιχειρήματα στην Τουρκία, και να ξεφτιλίζει διεθνώς την Κύπρο, την Ελλάδα και τον Ελληνισμό. Ο ντενκτασισμός δικαιώνεται πανηγυρικά. Ένα ακόμη ελληνόφωνο επιχείρημα στην φαρέτρα των Τούρκων που μιλούν για “ειρηνευτική επιχείρηση” του Αττίλα στην Κύπρο.

Ξαναρωτάμε: Για ποιον δουλεύεις Δημήτρη Χριστόφια; ΠΟΙΟΥ τα συμφέροντα υπερασπίζεσαι;

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

‘Αλήθεια’
«Ο Χριστόφιας μίλησε για εισβολή των μητέρων-πατρίδων»
29 Σεπτεμβρίου 2010

Σε μία «αναφορά – βόμβα» προέβη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, το απόγευμα της Δευτέρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συγκεκριμένα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μιλώντας ενώπιον διπλωματών και άλλων επισήμων στη «δεξαμενή σκέψης» Brookings Institution, μία από τις γνωστότερες και εγκυρότερες της Ουάσιγκτον, και αναφερόμενος στο ιστορικό του κυπριακού δήλωσε πως Τουρκία και Ελλάδα εισέβαλαν στην Κύπρο το 1974, τοποθετώντας έτσι την Ελλάδα στο ίδιο καλάθι με την Τουρκία και μετατοπίζοντας τις ασήκωτες ευθύνες από τους ώμους της Άγκυρας και στους ώμους της Αθήνας. Η αναφορά φαίνεται να άφησε έκπληκτους τους παρευρισκομένους.

Αξίζει να σημειωθεί πως η εν λόγω αναφορά του Προέδρου δεν συμπεριλήφθηκε σε τηλεγράφημα που δημοσίευσε χθες το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ωστόσο ΜΕΓΑ και ΑΝΤ1 στα χθεσινά τους δελτία ειδήσεων πρόβαλαν τη σχετική δήλωση του Προέδρου, με υποτίτλους. Συγκεκριμένα ο Πρόεδρος Χριστόφιας είπε: «Οι δύο λεγόμενες μητέρες πατρίδες εισέβαλαν στην Κύπρο και ευτυχώς για τον ελληνικό λαό αυτή η εγκληματική πράξη της Χούντας οδήγησε στην ανατροπή της και στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα όπου γεννήθηκε η Δημοκρατία».

Παράλληλα ο Πρόεδρος Χριστόφιας δήλωσε πως «είμαι έτοιμος για λύση. Δεν κατήλθα υποψήφιος πρόεδρος για την καρέκλα, αλλά για να λύσω το Κυπριακό». «Αυτό ήταν για μένα στόχος ζωής», συνέχισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μαζί και η δημιουργία «μίας δικαιότερης κοινωνίας.

Θέλω οι φτωχοί να ζουν καλύτερα, θέλω ο πλούτος να διανέμεται καλύτερα στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αγαπώ τους Τουρκοκύπριους κι αυτό δεν είναι λόγια», συμπλήρωσε.

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

‘Φιλελεύθερος’
«Το χειρότερο είναι που επιμένουν»
01 Οκτωβρίου 2010, σελ. 3
Άριστος Μιχαηλίδης

Θα ήταν ευκαιρία η επέτειος για αυτοκριτική. Μισός αιώνας Κυπριακής Δημοκρατίας, ο καλύτερος σταθμός για να σταματήσουμε να δούμε τι κάναμε εμείς, τι μας έκαναν άλλοι, να μετρήσουμε πληγές και μετά την αυτοκάθαρση να οργανώσουμε τη συνέχεια, ίσως τον επόμενο μισό αιώνα. Αλλά, όταν μολύνουν σκόπιμα με ένα σωρό ψευτιές και διαστρεβλώσεις τη γενιά σου και την ταυτότητά σου και την ιστορία σου δεν μπορείς να παριστάνεις τον «προοδευτικό» και η έγνοια σου να είναι τι να πεις για να δώσεις διαπιστευτήρια καλής συμπεριφοράς στις πρεσβείες. Εδώ υπάρχει ένας πολιτικός πόλεμος που στοχεύει ακριβώς να μην αφήσει την Κυπριακή Δημοκρατία να έχει συνέχεια. Λόγω και της επετείου λοιπόν, αυτό έχει περισσότερη σημασία. Συμβολική και ουσιαστική. Διότι είναι πολλοί που δεν κατανοούν τι σημαίνει η αναγνώριση της νομιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1964 μέχρι σήμερα. Τόσο πωρωμένοι έγιναν που όποιος μιλά για την ανάγκη να προστατευτεί σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία τον κατηγορούν ότι είναι όψιμος υπερασπιστής της και ότι δεν τη σκέφτηκε πριν το ‘74. Ακόμα κι αν δεν ήταν γεννημένος!

Σήμερα λοιπόν, παραμονές της επετείου ακούσαμε τα χειρότερα. Όσα ακούγαμε τα τελευταία χρόνια, ότι εμείς στρώσαμε χαλί στην Τουρκία, ότι εμείς σφάζαμε Τουρκοκύπριους, ότι εμείς τους διώξαμε το ‘63 και τους κλείσαμε στους θύλακες, ότι εμείς κάναμε το πραξικόπημα και προκαλέσαμε την εισβολή, ότι εμείς φταίμε που δεν δούλεψε η Ζυρίχη, όλα αυτά δεν ήταν τίποτε. Τα επισκίασε όλα η νέα μορφή αυτομόλυνσης συνειδήσεων και αυτοκαταστροφής. Πιο δραστική μορφή: Ότι το ‘74 έκανε εισβολή και η Ελλάδα πριν από την Τουρκία. Και το χειρότερο, Κόμμα, κυβερνητικοί εκπρόσωποι, δημοσιογράφοι και παρατρεχάμενοι, προσπαθούν επί δυο μέρες να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα με ένα σωρό σοφιστείες και κατηγορούν τους υπόλοιπους ότι είναι κακόβουλοι και διαστρεβλωτές. Όλοι είναι κακόβουλοι όμως εκτός από το ΑΚΕΛ; Όλοι δεν κατανοούν τι είπε ο Πρόεδρος, εκτός από το ΑΚΕΛ; Μέχρι και την ομιλία του Μακάριου στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 19 Ιουλίου 1974, επικαλέστηκε χτες πολλές φορές ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος. Πέντε φορές, έλεγε ο Εκπρόσωπος, μίλησε τότε ο Μακάριος για εισβολή της Ελλάδας… Δηλαδή, εκεί που όλοι τους υποδεικνύουν το μέγα λάθος της δήλωσης του Προέδρου και τους παρακαλούν να το διορθώσουν, αυτοί επιμένουν να διακηρύσσουν ότι δεν ήταν λάθος, ότι η Ελλάδα πράγματι έκανε εισβολή! Αφού το είπε κι ο Μακάριος! Βέβαια, τόσα χρόνια όταν αναφερόταν κάποιος σ’ εκείνη την ομιλία του Μακάριου, τον έλουζαν με διάφορες βρισιές γιατί έλεγε ψέματα, σήμερα όμως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα… Είναι στην ίδια λογική όσοι άλλοι επαγγελματίες της διαστρέβλωσης μολύνουν τους πολίτες με ανιστόρητες ασυναρτησίες για να ενισχύσουν τους έξωθεν σχεδιασμούς σε βάρος των Κυπρίων. Ασυνείδητα λέτε να ταυτίζεται πια μαζί τους και η κυβέρνηση του τόπου;

Υ.Γ. Ο Μακάριος είπε στις 19 Ιουλίου 1974, στον ΟΗΕ: «Τα γεγονότα στην Κύπρο δεν αποτελούν εσωτερικό ζήτημα των Ελλήνων της Κύπρου. Και οι Τούρκοι της Κύπρου επίσης επηρεάζονται. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι εισβολή, και από τις συνέπειές του υποφέρει όλος ο λαός της Κύπρου, Έλληνες και Τούρκοι». Με αυτά τα λόγια δεν προκάλεσε την εισβολή, ήταν ήδη πολύ αργά, αλλά έδωσε νομικά επιχειρήματα στην Άγκυρα για να δικαιολογεί την εισβολή μέχρι σήμερα. Και ήταν λάθος του. Τα ίδια νομικά επιχειρήματα τα ενισχύει τώρα και ο Πρόεδρος Χριστόφιας. Και είναι λάθος του. Χειρότερο. Διότι, έπρεπε να είχε μάθει από την Ιστορία.

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

‘Σημερινή’
«Κραυγή οργής από τους πάντες»
30 Σεπτεμβρίου 2010
Μικαέλλα Λοΐζου

Ξεπέρασε τα όρια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τη δήλωσή του για διπλή εισβολή, είναι το συμπέρασμα του καταιγισμού διαμαρτυριών που έλαβε χώρα χθες, όταν τα πολιτικά κόμματα στην Κύπρο αντιλήφθηκαν τι είχε εκστομίσει. Αξίζει να σημειωθεί ότι η καθυστέρηση στις αντιδράσεις οφείλεται εν μέρει στο γεγονός πως το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, για άγνωστους λόγους, στην ανταπόκρισή του «φίλτραρε» τη δήλωση-φωτιά, με αποτέλεσμα τα ΜΜΕ που λάμβαναν την πληροφόρησή τους απ’ εκεί, να μην την αναπαραγάγουν. Χθες, ωστόσο, το εσωτερικό μέτωπο πήρε φωτιά.

Η Αθήνα, όπως φαίνεται, προσπαθεί να υποβαθμίσει το γεγονός, για να μη λάβει περαιτέρω διαστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν πολιτικό κόστος και για την ίδια. Η Ελληνική Πρεσβεία, με λειτουργό της οποίας επικοινωνήσαμε, δήλωσε απλά «ουδέν σχόλιο» στις ερωτήσεις μας, προσθέτοντας πως αν υπάρξει κάποια επίσημη ανακοίνωση, θα κοινοποιηθεί. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο και με τα κόμματα στην Κύπρο, τα οποία μίλησαν με σκληρή γλώσσα και κατηγόρησαν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για ιστορική ισοπέδωση και εξίσωση της Ελλάδας με την Τουρκία.

Υιοθέτησε τουρκικά επιχειρήματα

«Οφείλει ο Πρόεδρος Χριστόφιας να βρει το πολιτικό θάρρος και ανάστημα να απολογηθεί και να αποσύρει την ατυχή δήλωσή του», δήλωσε χθες ο Εκπρόσωπος Τύπου του ΔΗΣΥ Χάρης Γεωργιάδης. Εξήγησε ότι ο κυπριακός λαός έμεινε άφωνος όταν άκουσε τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας να υιοθετεί την τουρκική επιχειρηματολογία του 1974, εξισώνοντας την Ελλάδα με τον εισβολέα και κατακτητή της Κύπρου. «Είναι ένα πράγμα να αντικρίζουμε την ιστορία με αυτοκριτική διάθεση και να καταδικάζουμε ασφαλώς το προδοτικό πραξικόπημα και είναι εντελώς διαφορετικό, ο ίδιος ο Πρόεδρος, να προβαίνει σε μια τέτοια ανήκουστη και ανιστόρητη ενέργεια που προκαλεί τα αισθήματα όχι μόνο των Ελληνοκυπρίων, αλλά και του ελληνικού λαού και προσβάλλει όλους εκείνους τους Ελλαδίτες, που έδωσαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι τα κυπριακά εδάφη», τόνισε ο κ. Γεωργιάδης.

Έτσι διαπραγματεύεται;

«Τραγικό σφάλμα, ιστορική αναλήθεια και παραχάραξη της πραγματικότητας που μόνο θλίψη προκαλούν», χαρακτήρισε ο Εκπρόσωπος Τύπου της ΕΔΕΚ Δημήτρης Παπαδάκης τις αναφορές Χριστόφια. Τόνισε ότι το πραξικόπημα υπήρξε, καθ’ ομολογίαν, συνωμοσία που σχεδιάστηκε από ξένα κέντρα με έδρα τις ΗΠΑ και η ευθύνη δεν μπορεί να βαραίνει την Ελλάδα και μάλιστα με το χαρακτηρισμό της εισβολής, όπως ισχυρίζεται ο Πρόεδρος Χριστόφιας και να εξισώνεται η Ελλάδα με την Τουρκία στις ευθύνες για την κυπριακή τραγωδία. «Λυπούμαστε ειλικρινά γιατί ο Πρόεδρος Χριστόφιας, για μιαν ακόμη φορά, προβαίνει σε δηλώσεις που παραχαράσσουν την ιστορική αλήθεια με συνέπεια η εικόνα του Κυπριακού να διαστρεβλώνεται διεθνώς και να δημιουργούνται λανθασμένες και παραπλανητικές εντυπώσεις», ανέφερε. Διερωτήθηκε, μάλιστα, αν έτσι διαπραγματεύεται με την τουρκική πλευρά και αν είναι δυνατόν να προβάλλει αυτού του είδους τις απόψεις, ενώ έπρεπε να προβάλλει το Κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Ο κ. Παπαδάκης υπογράμμισε ακόμη ότι ο Πρόεδρος ανατρέπει με τις δηλώσεις του τη βάση των διεκδικήσεων και από ένα διεθνές βήμα προσέφερε ένα τεράστιο άλλοθι στην Τουρκία.

Να αρθεί στο ύψος του αξιώματός του

«Ο κύριος Χριστόφιας υπερέβη αυτοβούλως τα εσκαμμένα. Η αναφορά του για δύο εισβολές είναι προκλητική και εθνικά απαράδεκτη γιατί εξισώνει την Ελλάδα με τις κατοχικές ευθύνες και τα εγκλήματα εποικισμού και γενοκτονίας, που η Τουρκία διαπράττει από το 1974 στην Κύπρο», υπογράμμισε ο Εκπρόσωπος του ΕΥΡΩΚΟ Μιχάλης Γιωργάλλας. Οι αναφορές Χριστόφια αποτελούν πρωτόγνωρο ολίσθημα που ενισχύει την επιχειρηματολογία της Τουρκίας, συμπλήρωσε. «Η Άγκυρα απέκτησε το τέλειο άλλοθι για να συνεχίσει να δικαιολογεί πειστικά την παράνομη εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή στην Κύπρο», τόνισε, προσθέτοντας ότι ο Πρόεδρος αθώωσε την Τουρκία από τα εγκλήματά της και τη δικαίωσε για την εισβολή στα μάτια της διεθνούς κοινότητας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να αρθεί στο ύψος του αξιώματος που υπηρετεί, τόνισε ο κ. Γιωργάλλας, αποκαλώντας «ύβρη», για τους εκατοντάδες Ελλαδίτες στρατιώτες που πολέμησαν γενναία εναντίον των εισβολέων, τα λεγόμενά του. Κάλεσε δε τον Πρόεδρο να ανασκευάσει, κατά την επίσκεψη του Έλληνα Προέδρου.

Αποενοχοποίησε την Τουρκία

Για «αλυσίδα άτοπων και άστοχων δηλώσεων» του Προέδρου από τις ΗΠΑ έκαναν λόγο οι Οικολόγοι. Σε ανακοίνωσή τους ανέφεραν ότι οι τελευταίες του δηλώσεις οδηγούν «κατ’ ευθείαν σε αποενοχοποίηση της κατοχικής δύναμης», ενώ πυροδοτούν εντάσεις στο εσωτερικό. Το Κίνημα διερωτάται «μήπως ο Πρόεδρος, με αυτές τις εμπρηστικές του δηλώσεις, προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή του λαού από τη συζήτηση για τις προτάσεις που καταθέτει στις απευθείας διαπραγματεύσεις και να αποφύγει την ανάληψη των ευθυνών του;».

Χλιαρή αντίδραση από τους συγκυβερνώντες!

Ακόμα και τα δύο συγκυβερνώντα κόμματα, ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ, διαφωνούν με την ιστορική προσέγγιση του Προέδρου Χριστόφια, αν και προσπάθησαν να μπαλώσουν τα πράγματα με τις δηλώσεις τους. Ο Γ.Γ. του ΑΚΕΛ Άντρος Κυπριανού δήλωσε ότι η ελλαδική χούντα ήταν μέρος του πραξικοπήματος που διενεργήθηκε σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ουσιαστικά εφάρμοσε σχέδια που είχαν εκπονηθεί στο ΝΑΤΟ, μαζί με την τοπική ΕΟΚΑ Β’, και συνέβαλε στο να εξευρεθεί μια «δικαιολογία» για την Τουρκία να εισβάλει στο νησί, δικαιολογία που έψαχνε για χρόνια. «Σε καμία περίπτωση το πραξικόπημα δεν δικαιολογεί την τουρκική εισβολή και, πολύ περισσότερο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κανένας να δικαιολογήσει τη συνεχιζόμενη κατοχή της Τουρκίας στην Κύπρο», τόνισε. Σημείωσε ότι αυτή είναι η άποψη διαχρονικά και του κόμματός του και του Προέδρου Χριστόφια και εξέφρασε λύπη που απομονώνεται η συγκεκριμένη φράση για να δοθεί η εντύπωση ως προς το αντίθετο. Υπογράμμισε δε ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας σε καμία περίπτωση δεν εξισώνει τα δύο πράγματα.

Το ΔΗΚΟ, από πλευράς του, με δήλωση του Εκπροσώπου του Φώτη Φωτίου, ανέφερε ότι θεωρεί ότι η αναφορά Χριστόφια «συνιστά μιαν ατυχή και λανθασμένη άποψη, με την οποία το ΔΗΚΟ δεν συμφωνεί, ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν η συγκεκριμένη δήλωση έγινε εκτός Κύπρου και σε συγκεκριμένο ακροατήριο, ίσως της μεγαλύτερης δεξαμενής σκέψης». Πρόσθεσε ότι «δεν μπορεί και είναι λάθος να εξισώνεται η Ελλάδα με την Τουρκία στις ευθύνες για την κυπριακή τραγωδία», σημειώνοντας ότι πραξικόπημα και εισβολή αποτελούν δύο πράξεις του ίδιου εγκλήματος σε βάρος της Κύπρου, γεγονός ιστορικά και πολιτικά τεκμηριωμένο.

Τα όρια του μαζοχισμού

Σε δηλώσεις του στη «Σ», ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Γιώργος Κολοκασίδης ανέφερε ότι «είναι αδιανόητο να εξισώνεται το ανόμημα μιας πραξικοπηματικής κυβέρνησης με τη συνεχιζόμενη, μέχρι σήμερα, κατοχή και εθνοκάθαρση, που συμβαίνει στα κατεχόμενα επί διαδοχικών κυβερνήσεων». Αυτό είναι ανιστόρητο, πρόσθεσε, και αγγίζει τα όρια του μαζοχισμού.

Σε ανακοίνωσή της, η ευρωβουλευτής του ΔΗΣΥ Ελένη Θεοχάρους τονίζει ότι η Ελλάδα δεν είναι «λεγόμενη» μητέρα-πατρίδα και ποτέ δεν εισέβαλε στην Κύπρο, ενώ η ταύτιση της χούντας με την Ελλάδα προκαλεί αποτροπιασμό. Σημειώνει, ακόμη, ότι ο Πρόεδρος «εξουδετερώνει πλείστα όσα επιχειρήματα χρησιμοποιούνται καθημερινά στον αγώνα μας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και δίδει τη δυνατότητα σε κάθε καλόπιστο ή κακόπιστο παράγοντα να τον επικαλείται και να μας απαντά ότι και η Ελλάδα έκανε εισβολή στην Κύπρο».

«Ο κ. Χριστόφιας επιβεβαιώνει, δυστυχώς, ότι δεν μπορεί να διαχωρίσει το αν το ακροατήριο αποτελείται από στελέχη λαϊκών οργανώσεων ή το διεθνή παράγοντα. Παραμένει παντού αιχμάλωτος των προπαγανδιστικών θέσεων που το ΑΚΕΛ υιοθέτησε για εσωτερική κατανάλωση», επισήμανε σε ανακοίνωσή του ο ευρωβουλευτής του ΔΗΣΥ Ιωάννης Κασουλίδης. Τόνισε ότι η δήλωση πλήττει καίρια τη διεθνή μας παρουσία.

Τα έμπλεξε στη μετάφραση ο Πρόεδρος;

Εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πιστεύει πραγματικά ότι η δράση της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1974 στην Κύπρο είναι αντίστοιχη με τη δράση της Τουρκίας εκείνο το διάστημα και εντεύθεν, υπάρχει σαφές εννοιολογικό αλλά και ιστορικοπολιτικό πρόβλημα, που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της διχογνωμίας. Ο Πρόεδρος χρησιμοποίησε την αγγλική λέξη «invade» στον αόριστό της, η οποία σημαίνει «εισβάλλω». Το ρήμα αυτό χρησιμοποιείται όταν μία χώρα παραβιάζει ως εχθρός τα σύνορα ενός ανεξάρτητου κράτους, στοχεύοντας στην κατοχή εδαφών ή την υπόταξή του, εξηγεί ο καθηγητής Γιώργος Μπαμπινιώτης. Ως εισβολή, χαρακτηρίζεται η παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας ανεξάρτητου κράτους. Γι’ αυτό και οι κινήσεις της Τουρκίας θεωρούνται πέραν πάσης αμφιβολίας «εισβολή».

Το πραξικόπημα, αντιθέτως, προσδιορίζεται ως η αιφνίδια και δυναμική πολιτική ενέργεια, που στοχεύει στην παράνομη ανατροπή κυβερνήσεως ή πολιτεύματος και την εγκαθίδρυση, συνήθως, αντιλαϊκών και απολυταρχικών καθεστώτων. Σε γενικές γραμμές, η ανάληψη της διοίκησης ενός εγχώριου στρατού και η χρήση του κατά της νόμιμης κυβέρνησης κρίνεται ως πραξικόπημα και όχι ως εισβολή, η οποία προϋποθέτει έξωθεν στρατιωτικές επεμβάσεις. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της 15ης Ιουλίου του 1974, όταν χρησιμοποιήθηκε ο στρατός για ανατροπή του Εθνάρχη Μακαρίου. Συνεπώς, η φράση που έπρεπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να χρησιμοποιήσει για να αποδώσει την ενέργεια, είναι η γαλλικής προελεύσεως «coup d’ etat».

Σημειώνεται, πάντως, ότι πολλοί ηγέτες είθισται να μιλούν μέσω διερμηνέα, όταν δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν επαρκώς μια ξένη γλώσσα.

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

‘Σημερινή’
«Εθελοτυφλία και… τουρκικά συμφέροντα»
30 Σεπτεμβρίου 2010
Λάζαρος Α. Μαύρος, στήλη ‘Ειρήσθω’

Σ Υ Ν Ε Ι Δ Η Τ Η ΕΠΙΛΟΓΗ η εθελοτυφλία: Απότοκο της αδυναμίας, της ανικανότητας, της ανεπάρκειας, της αναξιότητας και της απροθυμίας επιτέλεσης του καθήκοντος. Και της ομομήτριας δειλίας να παραδεχτεί κανείς την εγκατάλειψη καθήκοντος. Που θα ήταν σαφές κι αυτονόητο το περιεχόμενό του στην καθημερινή πολιτική πράξη, εάν οι εθελοτυφλούντες δεν απέκρυπταν εις εαυτούς και αλλήλους, την απτή, υπαρκτή και στυγνή πραγματικότητα. Η άρνησή τους να την αντιμετωπίσουν, η λιποταξία τους από τον αγώνα για την απόκρουσή της, τους ωθεί να την αποκρύπτουν. Να καμώνονται πως δεν την βλέπουν. Πως δεν υπάρχει. Ακόμα κι όταν η ίδια κραυγάζει εκκωφαντικά, διαρκώς και διαχρονικά, την ύπαρξή της:

Σ Α Φ Ω Σ ΚΑΙ ρητώς διατυπωμένα είναι, επισημότατα, τα στρατηγικά σχέδια και συμφέροντα της Τουρκίας επί της Κύπρου. Και -ελέγχοντας την Κύπρο, με υποταγή της ελληνικής πλειοψηφίας του λαού της- επί της ευρύτερης περιοχής. Δεν απέκρυψε ποτέ η Άγκυρα ότι υλοποιεί τον στρατηγικό έλεγχο της Κύπρου. Δεν απέκρυψε το περιεχόμενο που η ίδια προσδίδει στα στρατηγικά της συμφέροντα, «ακόμη κι αν δεν υπήρχε στην Κύπρο ούτ’ ένας μουσουλμάνος», όπως διαλαλεί γραπτώς και με το βιβλίο του, «Στρατηγικό βάθος», ο υπ.Εξ. Νταβούτογλου. Επαυξάνοντας τους στόχους του σαφέστατου επεκτατισμού κατά της Κύπρου, που από τις «Εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ 1956» υλοποιούν έκτοτε, απαρέγκλιτα κι επίμονα, όλες ανεξαιρέτως από τότε οι τουρκικές κυβερνήσεις…

Από το βήμα της 65ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Η.Ε., όπου αγόρευε την Παρασκευή, 24.9.10, ο ΚΑΚΗ ΤΗ ΜΟΙΡΑ πρόεδρος της κατακτημένης από τους Τούρκους Κύπρου, κ. Χριστόφιας, ΟΥΤΕ ανέφερε, ΟΥΤΕ κατήγγειλε, ΟΥΤΕ αντιμάχησε τα δεδηλωμένα από τους Τούρκους, κατά της Κύπρου, τουρκικά στρατηγικά συμφέροντα. Τα αποσιώπησε! Τα απέκρυψε! Και, στο απόγειο της εθελοτυφλίας, δήλωσε κιόλας το «όραμά» του να τα ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙ! Ιδού στην «Χαραυγή» του, 25.9.10: «Κι επανέλαβε [ο Χριστόφιας] την πρόσκλησή του προς την τουρκική ηγεσία να τον συναντήσει για να μοιραστεί μαζί της το όραμά του για επίτευξη λύσης, η οποία θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Κυπρίων [όχι της Κ.Δ., όχι της Κύπρου, απλώς των… Κυπρίων], της Τουρκίας, της Ελλάδος, την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή». Ποια είναι τα συμφέροντα της Τουρκίας και πώς η ίδια κατ’ επανάληψιν εννοεί ενόπλως την «ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή», ο πρόεδρος της κατακτημένης από την Τουρκία Κύπρου, δεν είχε τη γενναιότητα ούτε καν να υπονοήσει από το βήμα του ΟΗΕ, πολύ δε περισσότερο να τα καταγγείλει, αγωνιζόμενος εναντίον τους…

Ερώτηση:
Πρόλαβαν άραγε οι Τούρκοι, της ΤΜΤ – Ντενκτάς (1957-1974), του Αττίλα (1974-2010), της Άγκυρας των Κεμαλιστών και των Ισλαμιστών, να αποστείλουν τα οφειλόμενα Παράσημα του Αττίλα – Ετζεβίτ, που αναλογούν και αρμόζουν στον κ. Δ. Χριστόφια για τις ΥΨΙΣΤΕΣ υπηρεσίες που τους προσέφερε από την Ουάσινγκτον αποκαλώντας την Ελλάδα «εισβολέα»;

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

‘Σημερινή’
«Εγκωμιασμό Τουρκίας “πέτυχε” ο Χριστόφιας»
29 Σεπτεμβρίου 2010
Λάζαρος Α. Μαύρος, στήλη ‘Ειρήσθω’

Ε Κ Ε Ι Ν Ο ΠΟΥ «κατόρθωσε» τελικά ο Χριστόφιας, τόσες μέρες που βρίσκεται -δαπάναις του λαού- στη Ν.Υόρκη, ήταν να βγει καμαρωτός χθες ο Γ.Γρ. του ΟΗΕ κ. Μπαν Κι Μουν, πλάι στον υπ.Εξ. του συνεχιζόμενου Αττίλα κ. Αχμέτ Νταβούτογλου, και να εγκωμιάζει τον… ρόλο της Τουρκίας στο Κυπριακό! Δεν ήταν βέβαια αυτός ο σκοπός του πολυήμερου και πολυέξοδου ταξιδιού του ΠτΔ κ. Χριστόφια. Όσα όμως είπε και, κυρίως, όσα ΠΑΡΕΛΕΙΨΕ να πει εκεί, επέτρεψαν στον κ. Μουν να εγκωμιάζει Νταβούτογλου και Αττίλα…

Π Ο Ι Α ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ εγκωμίων της Τουρκίας θα επέτρεπε ο κ. Χριστόφιας, εάν άλλη ήταν η ομιλία του στα Η.Ε. κι εντελώς διαφορετική, σθεναρώς και με επιχειρήματα αντικατοχική η πολιτική του; Τι εγκώμια θα έπλεκε ο κ. Μουν για την Τουρκία, αν ο πρόεδρος της, ακρωτηριασμένης 36 χρόνους από τον Αττίλα επιδρομέα, Κύπρου, κ. Χριστόφιας, επινοούσε στην ομιλία του το αυτονοήτως και καθηκόντως απλούστερο για κάθε ηγέτη χώρας που υφίσταται ξένη στρατιωτική κατοχή: Να αναγνώσει ενώπιον του ΟΗΕ την πραγματική πολιτική των Τούρκων εναντίον της Κύπρου, έτσι όπως την ΟΜΟΛΟΓΕΙ και την αναλύει στο βιβλίο του «Το στρατηγικό βάθος» ο ίδιος ο κ. Νταβούτογλου;

Γιατί ο κ. Χριστόφιας δεν αξιοποίησε το βήμα του ΟΗΕ, για να καταγγείλει τον τουρκικό επεκτατισμό και νεο-οθωμανισμό, έτσι όπως γραπτώς τον οραματίζεται στρατηγικά στο βιβλίο του ο μέντορας της ισλαμικής κυβέρνησης της Τουρκίας και υπ.Εξ. κ. Νταβούτογλου; Πώς θα συμπεριφερόταν η διεθνής κοινότητα κι ο ΓΓ, αν από το βήμα του ΟΗΕ, ο πρόεδρος της καθημαγμένης απ’ τον Αττίλα Κυπριακής Δημοκρατίας, ακουγόταν να αναγιγνώσκει ότι η πολιτική Άγκυρας, καθώς ο Νταβούτογλου γράφει (σελ.279), είναι ότι: «Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτ’ ένας μουσουλμάνος εκεί [στην Κύπρο], η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα κυπριακό ζήτημα. Καμιά χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου». Και ότι: «Καμία παγκόσμια και περιφερειακή δύναμη που κάνει στρατηγικούς υπολογισμούς στη Μ. Ανατολή, Αν. Μεσόγειο, Σουέζ, Ερυθρά θάλασσα και Περσικό Κόλπο δεν μπορεί να παραμελήσει την Κύπρο […]

Η Τουρκία πρέπει να βλέπει το στρατηγικό πλεονέκτημα που απέκτησε […] τη δεκαετία του 1970 [με την εισβολή του ’74] όχι ως στοιχείο μιας αμυντικής κυπριακής πολιτικής, που προσανατολίζεται στη φύλαξη του ισχύοντος καθεστώτος [«γραμμή» Νιχάτ Ερίμ από 1956], αλλά ως ένα από τα διπλωματικού χαρακτήρα βασικά στηρίγματα μιας επιθετικής πολιτικής θάλασσας» (σ.280); Γιατί, όμως, ο Χριστόφιας, το ΑΚΕΛ, ο Αναστασιάδης κ.λπ. «Αναν-ιστές», αποσιωπούν και δεν αξιοποιούν το βιβλίο Νταβούτογλου, αλλά εθελοτυφλούν; Απόπειρα απαντήσεων, στην αυριανή στήλη.

Ερώτηση:
Ποία παραπέρα τακτική αποφάσισε ν’ αναθέσει στους εγχώριους επίλεκτούς του εκ των κομματικών ηγετών των Ελληνοκυπρίων, ο κανονίσας τη «Σημαδεμένη Τράπουλα» κ. Αλ. Ντάουνερ, υπό τον μανδύα των «ενημερωτικού και διερευνητικού χαρακτήρα για το Περιουσιακό και το Εδαφικό» επιλεκτικών συναντήσεών του;

Ηλεκτρονική διεύθυνση άρθρου: http://www.efylakas.com/archives/7877 Read more at www.efylakas.com

 

Ἡ γενιά τοῦ Πολυτεχνείου καί ἡ καμπούρα της… #metapolitefsi #fail

«τῶν Εὐρωπαίων περίγελο καί τῶν ἀρχαίων παλιάτσους»

Πότε-πότε ὅμως ἡ καμήλα πρέπει νά σταματᾶ νά κοιτᾶ γιά τίς ἄλλες καμποῦρες καί νά γυρίζει νά δεῖ τή δική της.

Ἴσως ἐκεῖ βρίσκεται τό πρόβλημα…

Amplify’d from www.antibaro.gr

Ἡ γενιά τοῦ Πολυτεχνείου καί ἡ καμπούρα της…

Μιά ἀποκάλυψη ὑπῆρξε ἡ συνέντευξη στήν Καθημερινή τῆς 20/6 τοῦ πολύπειρου δικαστή καί νῦν Γενικοῦ Ἐπιθεωρητή τῆς Δημοσίας Διοικήσεως, τοῦ Λέανδρου Ρακιντζῆ. Ἦθος καί ὡριμότητα σκέψεως καί λόγου δίδαξε ὁ παλαίμαχος δικαστικός. Δύο ὅμως εἶναι οἱ προσεγγίσεις του, πού φέρουν την μείζονα σημασία. Ἡ πρώτη ἀφορᾶ την συμβολή τῆς περιώνυμης «γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου» στήν πολιτική καί οἰκονομική μας κρίση και ἡ δεύτερη τόν καθοριστικό ρόλο τῆς πολιτιστικῆς κρίσης στήν γενική μας κακοδαιμονία.

Ἡ γενιά πού αὐτοθαυμάστηκε καί αὐτοδοξάστηκε ὅσο καμμία ἄλλη ἴσως τούς τελευταίους δύο αἰῶνες στήν χῶρα μας, ἀλλά καί ταυτόχρονα πού αὐτοαναιρέθηκε ὅσο καμμία, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, ἡ «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου». Ἔδωσε πλησμονή ὑποσχέσεων, ἀνήγγειλε τήν δημιουργία ἑνός νέου κράτους καί μιᾶς νέας κοινωνίας, επαγγέλθηκε μιά οἰωνεί πολιτιστική ἐπανάσταση καί… ἀπετυχέ παντοῦ παταγωδῶς. Ἡ γενιά τῆς «Ἀλλαγῆς», πού ἄλλαξε τά πάντα πρός τό χειρότερο… ἔτσι θά μείνει δυστυχῶς στήν Ἱστορία. Συγκροτήθηκε κατά βάση ἀπό ἐπιστήμονες πού ἐξελίχθηκαν εἴτε σέ τεχνοκράτες εἴτε σέ ἐπαγγελματίες πολιτικούς. Ἀναδείχθηκαν μέσα ἀπό μία περίοδο μέ ἰδιαίτερα ὀξεία πολιτική ἀντιπαλότητα καί ἔντονες κοινωνικές ἀναζητήσεις ἀλλά συνάμα καί ἐξαιρετικά σημαντική οἰκονομική καί παραγωγική ἀνάπτυξη. Ἡ μετεμφυλιακή περίοδος, δηλαδή χονδρικά ἡ εἰκοσιπενταετία 1950-1975, δημιούργησε κρίσιμα πολιτικά ἀδιέξοδα, τόσο πρίν ὅσο καί μετά τό 1967, ἀλλά τουλάχιστον δημιούργησε πρωτογενή καί δευτερογενή ἀνάπτυξη διόλου εὐκαταφρόνητη γιά μιά χῶρα πού ὡς τό 1949 εἶχε φθάσει σε ὁριακό σημεῖο.

Ἀνέλαβαν λοιπόν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου νά σηκώσουν στούς ὤμους τους μιά πολιτικά δοκιμασμένη ἀλλά οἰκονομικά εὔρωστη χῶρα πού ἐπιπλέον διέθετε ἐντυπωσιακή πολιτιστική ὁμοιογένεια. Πάνω στήν ἐξέγερση τοῦ Πολυτεχνείου, ἡ ὁποία παρ’ ὅλη τήν ἱστορική της θολούρα συγκρότησε ἕνα ἐκπληκτικῆς διείσδυσης καί μακρᾶς διαρκείας πολιτικό ὑπόβαθρο, ἑδραιώθηκε ὅλη ἡ πορεία τῆς μεταπολίτευσης. Ἀρκεῖ νά σημειώσουμε ὅτι ἡ πολύ μεγαλύτερη σέ κλίμακα καί προβολή ἐξέγερση τοῦ γαλλικοῦ Μάη τοῦ ’68, σέ καμμία περίπτωση δέν ἐπέτυχε νά ἐπιβάλλει μία πολιτική τάξη στήν γαλλική κοινωνία. Δηλαδή, ἐνῶ ὁ ἑλληνικός Νοέμβρης τοῦ ’73 δέν πέτυχε τόν ἀντικειμενικό του σκοπό, την κατάρρευση τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος, πέτυχε ὡστόσο νά γίνει ἄμεσα ἀναγνωρίσιμο σύμβολο καί μέ ἐντυπωσιακή ἀποτελεσματικότητα νά συνθέσει τήν νομιμοποιητική βάση σχεδόν κάθε πολιτικῆς καί πολιτιστικῆς ἐπιλογῆς τῶν κυβερνήσεων ἀπό τό 1974 κι ἔπειτα.

Πάνω στόν μύθο τοῦ Πολυτεχνείου ἀναδείχθηκαν καί καθιερώθηκαν ἄνθρωποι μέ πρώτιστο μέλημα τήν προσωπική τους ἀνέλιξη κι ἐπιτυχία. Τό κράτος θεωρήθηκε, ἰδίως μετά τό 1981 γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, λάφυρο και ἡ πολιτική μηχανισμός προσωπικῆς ἐπαγγελματικῆς ἀναγνώρισης. Μέσα ἀπό αὐτό τό μονοπάτι κάθε θεσμός τῆς δημοκρατίας, ὅπως τό κοινοβούλιο κι ὁ συνδικαλισμός, κάθε πυλῶνας τῆς πολιτείας, ὅπως ἡ δημόσια διοίκηση καί ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀκόμα καί κάθε ἔκφραση τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπως ἡ ἀκαδημαϊκή παιδεία καί ἡ τέχνη, βρέθηκαν αἰχμάλωτοι τοῦ κόμματος-κράτους. Χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν προσωπικό τυχοδιωκτισμό καί τόν πολιτικό ἀριβισμό ὅλες οἱ λειτουργίες, οἱ ἀξίες καί τά ἐρείσματα τῆς κοινωνίας. Παράλληλα ὁ κρατικός μηχανισμός θεωρήθηκε καί μετατράπηκε σέ ὄχημα εὔκολου καί γρήγορου πλουτισμοῦ, τόσο αὐτῶν πού ἐπέβαιναν στό ὄχημα ὅσο κι αὐτῶν πού κατάφερναν νά συνάψουν οἱαδήποτε σχέση μέ τήν λειτουργία του. Βλέποντας κάποιος τήν κατάσταση μέσω αὐτοῦ τοῦ πρίσματος ἡ θέση στήν ὁποία ἔχουμε βρεθῆ σήμερα, μέ χιλιαπλασιασμό τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἀπό τό 1974, δέν φαίνεται παράδοξη.

Τό κυριότερο ὅμως «ἐπίτευγμα» τῆς γενιᾶς πού κυβερνᾶ τήν χῶρα τά τελευταῖα 20-25 ἔτη καί συνεχίζει καί σήμερα νά ὁρίζει τίς τύχες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἡ χωρίς προηγούμενο πνευματική καί ἠθική ἀφαίμαξη τῶν Ἑλλήνων. Μπορεῖ τά ποσοστά ἐπιμὀρφωσης νά ἀνέβηκαν ἀλλά ἡ οὐσία τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων καταβαραθρώθηκε. Σημειώνει εὔστοχα ὁ κ.Ρακιντζής: «Τό μόνο πού μένει στή χῶρα μας εἶναι νά κρατήσει ζωντανό κι ἀκμαῖο ἕνα ἄλλο κεφάλαιο: τόν ἑλληνικό πολιτισμό, τήν ἑλληνικότητα μέσα στο εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ἕνα σημάδι τῆς παρακμῆς μας εἶναι ὅτι τά παιδιά μας εἶχαν σταματήσει νά μεγαλώνουν ἑλληνοκεντρικά». Πλήρης ἀφελληνισμός τῆς παιδείας καί τοῦ σκέπτεσθαι. Αὐτή ἡ πορεία ἔφτασε τά παιδιά μας στό σοβαρό ἔλλειμμα γλωσσικῆς, ἱστορικῆς καί πολιτιστικῆς παιδείας. Ὡς συνέπεια ἦρθε τό μεγάλο παθητικό στήν ἐθνική αὐτοσυνείδηση. Γίναμε ἕνας λαός – ἰδίως οἱ νεώτεροι, οἱ κάτω τῶν 40 – χωρίς πολιτιστική κι ἐθνική ρίζα, ἤ μάλλον χωρίς σύνδεση μέ τήν ρίζα του.

Κάθε σχέση μέ τήν ἑλληνικότητα, μέ τήν κρυστάλλινη διαύγεια τοῦ πολιτιστικοῦ μας πεπραγμένου, ποινικοποιήθηκε συνδεόμενη μέ μελανές πολιτικές πρακτικές μιᾶς ἐποχῆς ἀκραίου φανατισμοῦ καί ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Ὅποιος μιλοῦσε γιά ἑλληνικό πολιτισμό, ἑλληνική γλῶσσα, ἑλληνική ἱστορία, ἑλληνική παράδοση αὐτοδικαίως ἐπέσυρε κι ἐν πολλοῖς καί σήμερα ἐπισύρει τόν χαρακτηρισμό τοῦ φασίστα, τοῦ άκροδεξιοῦ καί λοιπούς τίτλους πού ἀφειδῶς χρησιμοποιεῖ ἡ χορεία τῶν ἐπαγγελματιῶν προοδευτικῶν καί δημοκρατῶν. Ἐξοῦ καί ἡ ἀκολουθοῦσα ἐρώτηση: «Δέν φοβόσαστε στήν ἐποχή μας μήπως σᾶς ποῦν φασίστα;». Μέ παρρησία ὅμμως ἔρχεται κι ἡ ἀπάντηση: « Ὄχι. Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχω ζήσει στό ἐξωτερικό καί ἐκτιμῶ τήν μοναδικότητά μας, τόν πολιτισμό καί τήν παράδοσή μας. Ἄν τά χάσουμε ὅλα αὐτά, θά ἀπορροφηθοῦμε καί θά γίνουμε μιά ἀσήμαντη εὐρωπαϊκή ἐπαρχία, πού θά ἀκολουθεῖ τά χαρακτηριστικά τῶν ἄλλων, τά ὁποῖα δέν μᾶς ταιριάζουν κιόλας. Ὀφείλουμε νά κοιτάξουμε τήν ἱστορία μας γιά νά μπορέσουμε νά βγοῦμε ἀπό τήν κρίση, νά διαβάσουμε τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς, νά ἀνακαλύψουμε ποιοί εἴμαστε. Δέν νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι φασιστικό ἤ σωβινιστικό. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο».

Αὐτό ἐπέτυχε ἡ «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου». Νά μεταλλάξει τό ἀναγκαῖο καί φυσικό σέ φασιστικό καί σωβινιστικό. Νά κάνει τά αὐτονόητα, ἀπαγορευμένα. Νά μᾶς κάνει «τῶν Εὐρωπαίων περίγελο καί τῶν ἀρχαίων παλιάτσους», ὅπως ἔγραψε κάποτε ὁ ποιητής. Τῶρα βέβαια πού ἡ γύμνια αὐτῆς τῆς γενιᾶς ἀποκαλύφθηκε ψάχνει τόν ἔνοχο ὁπουδήποτε μακριά της. Κάποιος ἄλλος πρέπει νά φταίει γιά τήν δική της ἀνεπάρκεια. Πότε-πότε ὅμως ἡ καμήλα πρέπει νά σταματᾶ νά κοιτᾶ γιά τίς ἄλλες καμποῦρες καί νά γυρίζει νά δεῖ τή δική της. Ἴσως ἐκεῖ βρίσκεται τό πρόβλημα…

τοῦ Γιάννη Ἀ. Χαραλαμπίδη yia.xara@yahoo.grRead more at www.antibaro.gr