Τα αίτια των κοινωνικών επαναστάσεων κατά τον Αριστοτέλη

Amplify’d from freeinquiry.gr

Τα αίτια των κοινωνικών επαναστάσεων

κατά τον Αριστοτέλη

     Αφού, παρά την υπαγωγή τής χώρας στη δικαιοδοσία του Δ.Ν.Τ., δεν  φάνηκε (κι ούτε πρόκειται) καμμία πραγματική αντίδραση από τον μοιρολάτρη και καρπαζοεισπράκτορα ρωμηολαό (πέραν των συνηθισμένων -εκτονωτικού τύπου- κομματικώς χειραγωγούμενων εκδηλώσεων), σκεφθήκαμε να αναδημοσιεύσουμε μιά εξαιρετική εργασία για τις περί κοινωνικών επαναστάσεων απόψεις τού Αριστοτέλους. Πρόκειται για την εισήγηση τού Γεωργίου Μιχαηλίδου – Νουάρου: Οι αιτίες των επαναστάσεων κατά τον Αριστοτέλη, ανάτυπο από τα πρακτικά τού παγκοσμίου συνεδρίου «Αριστοτέλης», Αθήνα 1983. [Μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρη την εισήγηση κάνοντας κλίκ εδώ. (18 σελίδες, αρχείο μορφής pdf, 1,8 MB.)]
Ο Αριστοτέλης προσεγγίζει με τη χαρακτηριστική καθαρότητα τής αρχαιοελληνικής σκέψης (δηλαδή χωρίς προπαγανδιστικές ηθικολογίες τύπου «πατρίδας», «εθνικής ενότητας» κ.λπ.) τα αίτια, που οδηγούν φυσιολογικά σε ευρείας κλίμακας κοινωνικές συγκρούσεις μεταξύ ελεύθερων (ή «ελεύθερων») υπηκόων ή πολιτών. Από τέτοιου είδους συγκρούσεις μεταξύ αριστοκρατών και δήμου είναι γεμάτη η κοινωνική ιστορία τής αρχαίας Ελλάδας και από εκεί ακριβώς αντλεί το υλικό του ο Αριστοτέλης.

     Χάρη σε αυτές τις συγκρούσεις (που γενικεύθηκαν τον 7ο και 6ο αιώνα σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις), αναδύθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία ο Πολιτικός Άνθρωπος και η Αυτόνομη, Αυτοθεσμιζόμενη και Αυτοκυβερνώμενη Πολιτεία (δηλαδή η μή ετερόνομη κοινωνία, η Κοινωνία Χωρίς Κράτος και Κυβέρνηση). Έτσι αποκτά  κάποιος μια ολοκληρωμένη αντίληψη τού γιατί και πώς μια κοινωνία οδηγείται στον κοινωνικό (ή «εμφύλιο», όπως τον αποκαλεί παραπλα- νητικά  η εθνικιστική προπαγάνδα) πόλεμο. 

Ειδικά η ανάλυσή του για τις επαναστάσεις στα ολιγαρχικά καθεστώτα μοιάζει αξεπέραστα διαχρονική και άκρως επίκαιρη, αφού κατά την αρχαία πολιτική σκέψη, το αντιπροσωπευτικό καθεστώς (όπως π.χ.  ο «πολυ»κομματισμός ή ο «μονο»- κομματισμός) δεν συνιστούν φυσικά δημοκρατία, αλλά απλώς μιά ολιγαρχία, κοινωνικής έστω, συναίνεσης.

     Φαίνεται όμως, ότι αυτό που ο Αριστοτέλης πραγματεύθηκε ως φυσιολογική  αντίδραση και άμυνα  των κοινωνικών υποζυγίων εναντίον τών κοινωνικών αγωγιατών, δεν θεωρείται και τόσο φυσιολογικό από τους -εν αφασία ευρισκόμενους- αυτοαποκαλούμενους «απογόνους» του. Σε πλήρη αντίθεση με τούς -σε διαρκή κοινωνική ανησυχία- αρχαίους Έλληνες, οι αυτοαποκαλούμενοι «συνεχιστές» και «κληρονόμοι» τους (στην πραγματικότητα τζάμπα μάγκες των γηπέδων και σημαιοεπιδειξίες των εθνικών καρναβαλοεπετείων) προσφέρουν χριστιανικότατα (αλλά και με «εθνική ομοψυχία» και «πατριωτισμό») και το άλλο τους μάγουλο στούς  ταγούς τους. Οι ταγοί αυτοί δεν είναι βέβαια  άλλοι από τους -απο- κλειστικώς εγχώριας «κοπής»- γνωστούς  και ως «λαμόγια», που πλούτισαν πτωχεύοντας τη χώρα και τώρα κατευθύνουν έντεχνα το κατηγορητήριο  προς τους «κακούς» και «ανθέλληνες» Γερμανούς, ή προς την (παντελώς άσχετη με το θέμα) διεθνή οικονομική κρίση.

Μάλιστα η δοκιμασμένη χριστιανική τακτική τής (αυτο)ενοχοποίησης των υποφερόντων και των κάθε λογής φουκαράδων, εδώ έχει βρει την απόλυτη εφαρμογή της: αφού οι επιτήδειοι, που υπεξαιρούσαν επί δεκαετίες τον έξωθεν δανεισμό και  χρηματοδότηση της χώρας, έχουν πείσει τον (ελεεινότερα αμειβόμενο και σκληρότερα εργαζόμενο στην Ε.Ε.) ρωμηολαό, ότι τόσα χρόνια «δανειζόμενος», «κατανάλωνε περισσότερα από όσα παρήγαγε», ο τελευταίος σαν γνήσια αυτοενοχοποιημένος «αμαρτωλός» δέχεται εξιλεωτικά την «εξ ουρανού» τιμωρία τού Δ.Ν.Τ..
Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται με απλοϊκούς, ηθικολογικούς και σεμνότυφους όρους «πατριωτισμού», «πατρίδας», «εθνοπροδοτών», «φιλελλήνων», «ανθελλήνων», κ.λπ., τότε οι κοινωνικές αναλύσεις τους θα είναι απλώς άσφαιρα πυρά και οι μόνες «διέξοδοι» από τα κοινωνικά αδιέξοδα θα είναι η παθητικότητα ή οι διάφορες -εξ ίσου παθητικές- μορφές κομματικά χειραγωγούμενης  εκτόνωσης εντός των «κοσμίων» πλαισίων τού (συνήθως πνιγμένου στην προσποίηση) «αντιπρο- σωπευτικού» πολιτικού συστήματος.
Η διανοητική και ψυχολογική παγίδευση των ανθρώπων στην εθνοπατριωτική προπαγανδιστική απάτη τούς εμποδίζει να αποκτήσουν την θεμελιώδη επίγνωση, ότι:

     Ανέκαθεν σε όλες τις κοινωνίες οι «άλυτες» κοινωνικές διαφορές διευθετούνταν  αποκλειστικά και  μόνο με σφοδρή σύγκρουση των εμπλεκομένων, δηλαδή κατ΄ εξοχήν με κοινωνικώς γενικευμένη και αυθόρμητη (=αυτοορμώμενη) «αντεθνική» βία μεταξύ αποκλειστικά και μόνον «ομοεθνών» αντιπάλων. Οι πολίτες των αρχαίων ελληνικών πόλεων (οι πιο ελεύθεροι άνθρωποι που υπήρξαν ποτέ, κατά την βαρύνουσα γνώμη ενός ελευθεριακού, όπως ο Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι), δεν έτρεφαν ουδεμία «εθνοπατριωτική» αυταπάτη επί τούτου. Ενώ στα νεώτερα καθεστώτα, οι «εκλογές», οι στημένες εκδηλώσεις / φιέστες κοινωνικής δυσα- ρέσκειας, αλλά και οι γραφικές αποσπασματικές πράξεις «τρομοκρατίας», απλώς διαιωνίζουν την «ομαλότητα» τής εξουσίας και την «κοινωνική ειρήνη» μεταξύ διευθυνόντων και κοινωνικού κοπαδιού.

Αφού λοιπόν τα επόμενα χρόνια δεν θα δούμε τίποτε το «ακραίο» στη Νεοελλάδα (π.χ. μια «αντεθνική» έκρηξη τής κοινωνικής «χύτρας»), ας δούμε τουλάχιστον πώς εκδηλωνόταν ανέκαθεν αυτή η κοινωνική διαδικασία σε λαούς με περισσότερο αυτοσεβασμό από τον εθελοτυφλούντα και εγγενώς δουλοπρεπή ρωμηολαό. Γιατί, ακόμα και η απλή κατανόηση των ιστορικώς δοκιμασμένων τρόπων αντιμετώπισης ενός «άλυτου» (για τους πολλούς ) κοινωνικού ζητήματος συμβάλλει καθοριστικά στην ψυχική ισχυροποίηση και στην επιβεβαίωση όσων έχουν επιλέξει να διαφοροποιούνται από την γενικευμένη μοιρολατρική αποδοχή του.
Τα «κέρδη» και «αι τιμαί»
    Κατά τον Αριστοτέλη αντικείμενα των επαναστάσεων (περί ων στασιάζουσι, «Πολιτικά», 1302a 32), στόχοι στους οποίους αποβλέπουν οι επαναστάσεις και οι κοινωνικοί αγώνες είναι τα κέρδη (δηλαδή η διανομή τού πλούτου) και αι τιμαί (η απόκτηση ηγετικών θέσεων και τιμητικών αξιωμάτων). Οι στόχοι αυτοί αποτελούν «κοινωνικά αγαθά», τα οποία έχουν αξία σε μιά συγκεκριμένη κοινωνία, είναι επιθυμητά και ικανοποιούν είτε υλικές ανάγκες είτε τη φιλαυτία, την ψυχολογική τάση των ατόμων και των ομάδων για διάκριση και επιβολή. Από την άποψη αυτή η έννοια των «κερδών» και των «τιμών» έχει γενική εφαρμογή, ισχύει γιά όλες τις εποχές, αλλ΄ αποκτά κάθε φορά ένα διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες και αντιλήψεις.

    Έτσι π.χ. σε μιά κλειστή αγροτική οικονομία, στην οποία οι αγροί και οι υδάτινες πηγές έχουν συγκεντρωθεί στα χέρια μικρού αριθμού γαιοκτημόνων, «κέρδη» στα οποία αποβλέπουν οι επαναστάσεις και οι κοινωνικοί αγώνες, είναι η αποκατάσταση των ακτημόνων και η αναδιανομή των γαιών. Αντίθετα σε μιά προηγμένη βιομηχανική οικονομία στόχοι των κοινωνικών αγώνων είναι η βελτίωση των ημερομισθίων ή ακόμη και η εθνικοποίηση των εργοστασίων. Ανάλογα ισχύουν και γιά την έννοια των «τιμών», για τις οποίες γίνονται οι πολιτικοί αγώνες και οι επαναστάσεις. Πράγματι η έννοια αυτή έχει σε κάθε εποχή διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με τη μορφή του καθεστώτος, με την πολιτική δύναμη και το κοινωνικό γόητρο των διαφόρων ηγετικών θέσεων (θρησκευτικών, πολιτικών, στρατιωτικών κ.λπ.) και με τους ισχύοντες εκάστοτε περιορισμούς των ελευθεριών του ατόμου (π.χ. λόγω της στέρησης του δικαιώματος τού εκλέγειν και εκλέγεσθαι, λόγω της ύπαρξης του θεσμού τής δουλείας, τής μη αναγνώρισης τής ανεξιθρησκείας κ.λπ.).

Εξ άλλου ο Αριστοτέλης παρατηρεί, ότι ο πολύς λαός, οι πολλοί, αποβλέπουν μάλλον (συνηθέστερα) στο κέρδος, δηλαδή στην αύξηση των εισοδημάτων και του πλούτου τους, και λιγότερο στην τιμή και ιδίως στην κατάληψη των ηγετικών αξιωμάτων, την οποία, όπως είναι φυσικό, επιδιώκουν συνήθως οι φιλόδοξοι πολιτικοί και πνευματικοί αρχηγοί των διαφόρων κοινωνικών ομάδων.

 

[ Βλ. 1318b 17: Oι γαρ πολλοί μάλλον ορέγονται τού κέρδους ή τής τιμής. Ο Αριστοτέλης διατυπώνει την παρατήρηση αυτή με αφορμή τους γεωργούς, γιά τους οποίους, όπως λέει, είναι πιό ευχάριστο να εργάζονται στα κτήματά τους, παρά να πολιτεύονται και να αναλαμβάνουν κυβερνητικά λειτουργήματα, εάν βέβαια δεν υπάρχουν μεγάλα ωφελήματα από την άσκηση των λειτουργημάτων αυτών (Ήδιον αυτοίς το εργάζεσθαι του πολιτεύεσθαι και άρχειν, όπου αν μη η λήμματα μεγάλα από των αρχών· αυτόθι, 3318b 14 επ.) Πάντως η κοινωνιολογική αυτή παρατήρηση του Αριστοτέλη, το ότι δηλαδή «οι πολλοί» αποβλέπουν περισσότερο στον πλούτο παρά στην «τιμή» έχει γενικότερη αξία και για τη σύγχρονη εποχή. Πράγματι και σήμερα τα πιό πολλά άτομα τού πληθυσμού στρέφουν τις περισσότερες προσπάθειές τους στην επαύξηση τού πλούτου, από τον οποίο προσδοκούν να επιτύχουν την οικονομική τους ευμάρεια και την κοινωνική τους προβολή, ενώ αντίθετα καταβάλλουν μικρότερες προσπάθειες γιά την απόκτηση «τιμών», δηλαδή υψηλών κυβερνητικών θέσεων και τιμητικών λειτουργημάτων. ]
Επανάσταση: Ένα πολύπλευρο φαινόμενο
  Ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει τις επαναστάσεις και τις μεταβολές των πολιτευμάτων ως ένα ενιαίο και πολύπλευρο φαινόμενο, που πραγματοποιείται με τη βία ή με την απάτη ή με ειρηνικές μεταρρυθμίσεις και ερευνά ιδιαίτερα τα αίτια των βίαιων επαναστάσεων προσφέροντας μια συνθετική πρωτότυπη, και πολύ ενδιαφέρουσα συμβολή στο θέμα αυτό. Κατά τον Σταγιρίτη, το καθολικό καί βαθύτερο αίτιο των επαναστάσεων είναι ένα αίτιο κοινωνικοψυχολογικό και ιδεολογικό, δηλαδή ο ανταγωνισμός γιά την απόκτηση τού πλούτου (κερδών) και της εξουσίας (τιμών). Επειδή δε οι επιθυμίες και φιλοδοξίες των ανθρώπων είναι απεριόριστες, ο ανταγωνισμός αυτός δημιουργεί στα άτομα, που αγωνίζονται γιά τα αγαθά αυτά, ένα συναίσθημα δυσαρέσκειας ή αποστέρησης, το συναίσθημα δηλαδή μιάς αδικίας εις βάρος τους λόγω τής μη ικανοποίησης τής αξίωσής τους γιά μεγαλύτερη συμμετοχή στο «κέρδη» ή στις «τιμές».

     Το συναίσθημα αυτό αναπτύσσεται επίσης λόγω τής διαφορετικής αντίληψης, που καθένας έχει για την έννοια της δικαιοσύνης, μιάς έννοιας, που από κοινωνιολογική άποψη είναι σχετική και σχηματίζεται ανάλογα με τα συμφέροντα, τις βλέψεις και την προσωπική ιδεολογία τού καθενός. Έτσι εξηγείται, ότι το συναίσθημα αυτό τής αποστέρησης το έχουν όχι μόνον εκείνοι, που το μερίδιό τους στον πλούτο ή στις ηγετικές θέσεις είναι μικρό, αλλά και εκείνοι, που έχουν μεγάλο μερίδιο και αξιώνουν να λάβουν ακόμα μεγαλύτερο. Το ίδιο λοιπόν συναίσθημα αναπτύσσεται, όχι μόνο στους ευγενείς ιδεολόγους, που μάχονται γιά την επικρατηση τής ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και στους αντικοινωνικούς εγωιστές, που επιδιώκουν την υπεροχή, την υπέρμετρη συσσώρευση πλούτου ή ηγετικών θέσεων.

Αίτια και αφορμές
   Το συναίσθημα αυτό τής δυσαρέσκειας, τής αδικίας, τής αποστέρησης μπορεί ενδεχομένως και μόνο του να προκαλέσει την απόφαση για επανάσταση. Συνήθως όμως στη ζωή μεταξύ τού συναισθήματος αυτού και τής απόφασης για την επανάσταση μεσολαβούν πολλά ενδιάμεσα περιστασίακά αίτια, που προκαλούν διόγκωση τής δυσαρέσκειας, όξυνση των πνευμάτων, βαθιά ψυχολογική συγκίνηση και ερεθισμό κι έτσι χρησιμεύουν ως έναυσμα γιά την έκρηξη τής επανάστασης.

     Ως τέτοια ενδιάμεσα αίτια ο  Αριστοτέλης αναφέρει είτε απλές αφορμές, δηλαδή μικρά περιστατικά τής καθημερινής ζωής (ερωτικές αντιζηλίες, κληρονομικές διαφορές κ.λπ.) ή άλλα σοβαρότερα αίτια, όπως είναι η κακή διοίκηση, η οικονομική εξαθλίωση του πληθυσμού, ο δημογραφικός παράγων (αύξηση τού αριθμού των απόρων), ο φυλετικός παράγων (ανομοιογένεια τού  πληθυσμού), ο γεωγραφικός και οικολογικός παράγων κ.λπ.. Τα ενδιάμεσα αυτά περιστασιακά αίτια ενισχύουν και διογκώνουν το βασικό συναίσθημα τής αδικίας και τής αποστέρησης και αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, την causa proxima, την εγγύτερη αιτία τής απόφασης για την επανάσταση.

Λόγοι ματαίωσης ή αναστολής επαναστάσεων
   Αλλά και πάλι, παρά την ύπαρξη των παραπάνω αιτίων και αφορμών, η απόφαση γιά την επανάσταση μπορεί, όπως εκθέτει ό Αριστοτέλης, να ματαιωθεί ή να ανασταλεί γιά τους ακόλουθους λόγους:

     (α) Σε ορισμένες περιπτώσεις η αδικημένη μερίδα του λαού συμβιβάζεται με την επικρατούσα κατάσταση πραγμάτων, δηλαδή ανέχεται την εις βάρος της αδικία είτε γιατί είναι απορροφημένη από τη βιοπάλη και δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει την αδικία αυτή, όπως συμβαίνει με την τάξη των γεωργών, που είναι απορροφημένη με τις γεωργικές εργασίες και τον αγώνα τής ζωής («Πολιτικά», VI 1318b 9 επ.: Βέλτιστος γαρ δήμος ο γεωργικός εστιν… Διά μεν γαρ το μη πολλήν έχων ουσίαν άσχολος, ώστε μη πολλάκις εκκλησιάζειν· διά δε το μην έχειν ταναγκαία προς τοις έργοις διατρίβουσι και των αλλοτρίων ουκ επιθυμούσιν), είτε γιατί οι κυβερνώντες έχουν σημαντική υπεροχή δύναμης κι έτσι το αδικημένο μέρος τού λαού διατάζει να εκτεθεί στον κίνδυνο μιάς ενδεχόμενης αποτυχίας. (1304b 2 επ.: Άν γαρ πολύ υπερέχη οποτερονούν των μερών, προς το φανερώς κρείττον το λοιπόν ου θέλει κινδυνεύειν).

  (β) Σε άλλες πάλι περιπτώσεις οι κυβερνήτες κατορθώνουν με την άσκηση μιάς μετριοπαθούς πολιτικής, με την επίδειξη δημοκρατικού πνεύματος (1308a 5 επ. και 10: προς αυτούς δε και τους μετέχοντας τω χρήσθαι αλλήλοις δημοτικώς. Ο γαρ επί του πλήθους ζητούσιν οι δημοτικοί ίσον, τουτ΄ επί των ομοίωνου μόνον δίκαιον αλλά και συμφέρον εστίν), με την υιοθέτηση μικρών μεταρρυθμίσεων ή άλλων μέτρων, που προσφέρουν κάποια έστω και μικρή ικανοποίηση σ΄ όσους θεωρών τούς εαυτούς τους αδικημένους, να ματαιώσουν τη διάθεση για επανάσταση και να επιτύχουν έτσι μιά ανοχή τής αδικίας ή τής αποστέρησης. (Πρβλ. 1308b 10 επ.: Κοινόν δε και εν δήμω και ολιγαρχία και εν μοναρχία και πάση πολιτεία μήτ΄ αυξάνειν λίαν μηθένα παρά την συμμετρίαν, αλλά μάλλον πειράσθαι μικράς και πολυχρονίους διδόναι τιμάς ή ταχύ μεγάλας).
Ο Αριστοτέλης αναπτύσσει λεπτομερώς στο V και ιδίως στο VI βιβλίο των Πολιτικών  πολλά τέτοια μέτρα, που πρέπει να παίρνουν οι πολιτικοί, για να αποτρέψουν τις επαναστάσεις κατά των διαφόρων πολιτευμάτων. Τα μέτρα όμως αυτά ενδιαφέρουν περισσότερο την πρακτική πολιτική, δηλαδή τον τρόπο τής διακυβέρνησης τής πολιτείας, αλλά πάντως στηρίζονται στα πορίσματα τής εμπειρίας και σε μια βαθιά γνώση τής ψυχολογίας των ατόμων και των ομάδων.
Το άριστο πολίτευμα
    Όλες αυτές οι σκέψεις τού Αριστοτέλη στα προαναφερθέντα θέματα αποβλέπουν σε δύο κυρίως σκοπούς:
(α) Από πρακτική άποψη να προσφέρουν στους μελλοντικούς κυβερνήτες, στους νομοθέτες και στους λοιπούς άρχοντες τις απαραίτητες γνώσεις για την καλή άσκηση τής εξουσίας τους: 1309b 35: Διό δει τούτο μη αγνοείν τον νομοθέτην και τον πολιτικόν, ποία σώζει των δημοτικών και ποία φθείρει την δημοκρατίαν κ.λπ..

     (β) Τελικά η όλη ανάπτυξη των θεμάτων αυτών, όπως και γενικά η «περί τα ανθρώπεια φιλοσοφία» του Αριστοτέλη, δεν αποβλέπει μόνο στη γνώση, αλλά και στην πράξη (βλ. «Ηθικά Νικομάχεια» 1095a 5: επειδή το τέλος εστίν ου γνώσις αλλά πράξις) και χρησιμεύει για τη σύλληψη τού άριστου και πρακτικά δυνατού πολιτεύματος (βλ. 1260b 27 επ.). Ως τέτοιο πολίτευμα, όπως είναι γνωστό, ο Αριστοτέλης θεωρεί εκείνο,  που καθιερώνει τις δημοκρατικές αρχές και την μεσότητα των περιουσιών, αποβλέπει στη γενική ευημερία (στο ευ ζην, βλ. «Πολιτικά Α΄» 1252b 29 επ.: γινομένη ουν του ζην ένεκεν, ούσα δε του ευ ζην και «Πολιτικά Δ΄» 1280b 39: Τέλος μεν ουν πόλεως το ευ ζην, ταύτα δε του τέλους χάριν) και στηρίζεται στη φρόνηση, στην αρετή και τη φιλία των πολιτών (βλ. «Πολιτικά Δ΄», 1295a 35 επ. και 1295b 4 επ. και 21 επ.) κι έτσι εξαφανίζει τη διχόνοια, το  φθόνο και τον ανταγωνισμό. (Ανάλυση τής έννοιας τής φιλίας γίνεται από τον Αριστοτέλη στα «Ηθικά Νικομάχεια», VIII 1155a επ.. Το άριστο πολίτευμα πραγματεύεται ο φιλόσοφος στα δύο τελευταία βιβλία των Πολιτικών, VII και VIII).

Συμπεραίνοντας παρατηρούμε, ότι από τη σύντομη κριτική επισκόπηση των απόψεων τού Αριστοτέλη για τα αίτια των επαναστάσεων, συνάγεται, ότι η θεωρία τού  φιλόσοφου αυτού αποτελεί, αφ΄ ενός μια γενική θεωρία, που αποβλέπει στην εξήγηση όλων των επαναστατικών κινήσεων, οι οποίες έχουν, όχι μόνο προοδευτικούς αλλά και  αντιδραστικούς στόχους και, αφ΄ ετέρου, είναι μιά ρεαλιστική θεωρία, η οποία στηρίζεται στις συνθήκες τής ανταγωνιστικής κοινωνίας, δηλαδή μιάς κοινωνίας, όπως η αρχαία και η σύγχρονη, που έχουν οργανωθεί και διέπονται από την αρχή του ανταγωνισμού. Και στα δύο αυτά σημεία η εν λόγω θεωρία, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα λοιπά κείμενα τού Αριστοτέλη, προσφέρει πολλές επιμέρους ορθές σκέψεις και οξείες παρατηρήσεις και αποτελεί μία σημαντική προδρομική συμβολή στις νεότερες επιστήμες τής κοινωνιολογίας, τής κοινωνικής ψυχολογίας και τής πολιτικής.
Τελικά η αριστοτελική αυτή θεωρία μπορεί να θεωρηθεί ως πληρέστερη, βαθύτερη και πλησιέστερη στην πραγματικότητα από άλλες μονομερείς θεωρίες νεότερων διανοητών, οι οποίες  αποδίδουν την κοινωνική εξέλιξη σ΄ ένα πρωταρχικό παράγοντα (π.χ. στο βιολογικό, το γεωγραφικό, τον οικονομικό, τον πολιτικό κ.λπ.).Read more at freeinquiry.gr
 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s