Ανδρέας Παπανδρέου: «H σημασία της λαϊκής εξέγερσης του Νοέμβρη.» #17N #17Noe #17Nov #polytexnio

Η γνήσια λαϊκή εξέγερση στην Ελλάδα τη νύχτα της 16ης Νοεμβρίου του 1973 άλλαξε την πολιτική τροχιά της χώρας. Δεν σήμανε μόνο το τέλος στο πείραμα της «περιορισμένης», υπεύθυνης», ¨»καθοδηγούμενης δημοκρατίας» του Παπαδόπουλου, κάτω απο την αμερικανική καθοδήγηση, αλλά έθεσε τα θεμέλια για την εξέλιξη ενός πραγματικά μαζικού λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος.
Με ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις, ο παγκόσμιος Τύπος προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σημασία των γεγονότων αυτών. Τα παρουσίασε σαν μια έντονη αλλά περιορισμένη πανεπιστημιακή εξέγερση των φοιτητών. Στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε παρακάτω, η εξέγερση ήταν μια κοινωνική και πολιτική επανάσταση. Στον παγκόσμιο Τύπο ελάχιστα γράφτηκαν για την απίστευτη βαρβαρότητα της αστυνομίας, που θυμίζει παρόμοιες αντιδράσεις του στρατού στο Σαντιάγο τον περασμένο Σεπτέμβρη. Ένα μόνο παράδειγμα αρκεί: Όταν τα ασθενοφόρα μετέφεραν τους τραυματίες από το πεδίο της μάχης, η αστυνομία έκλεινε το δρόμο, σταματούσε τα ασθενοφόρα, πετούσε τραυματίες και γιατρούς στην άσφαλτο και τους κακοποιούσε αλύπητα. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί έμπαιναν στα ασθενοφόρα και τα οδηγούσαν ανάμεσα στα πλήθη. Κι όταν οι ανύποπτοι πολίτες ζητωκραύγαζαν και χαιρετούσαν τα θύματα, οι αστυνομικοί πηδούσαν έξω και άρχιζαν να πυροβολούν.
«Δεκατρείς νεκροί» ήταν η επίσημη ανακοίνωση που δόθηκε κατ΄επανάληψη. Αν και ποτέ ίσως δεν θα γίνει γνωστός ο ακριβής αιρθμός των νεκρών και των τραυματιών, είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον 400 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους και ότι τουλάχιστον 1.000 τραυματίστηκαν. Έγκυρες πηγές απο την Ελλάδα αναφέρουν ότι σε δύο στρατιωτικά στρατόπεδα στα περίχωρα της Αθήνας σκάφτηκαν ομαδικοί τάφοι.
Τα πρώτα σημάδια της καταιγίδας που ερχόταν φάνηκαν στις 4 Νοεμβρίου στη διάρκεια του μνημοσύνου του Γεωργίου Παπανδρέου, του τελευταίου νόμιμα εκλεγμένου πρωθυπουργού της Ελλάδας. Περίπου 10.000 πολίτες συγκεντρώθηκαν στο νεκροταφείο. Όταν τελείωσε η επιμνημόσυνη ακολουθία, το πλήθος τραγουδώντας επαναστατικά άσματα κινήθηκε αποφασιστικά προς την Πλατεία Συντάγματος. Τα συνθήματα ήταν «Δημοκρατία», «Θάνατος στο Παπαδόπουλο», «Έξω οι Αμερικάνοι». Η αστυνομία προσπάθησε να εμποδίσει το μαχητικό πλήθος, αλλά δεν τα κατάφερε. Στις μικροσυμπλοκές που ακολούθησαν πολλοί αστυνομικοί τραυματίστηκαν. Η αστυνομία κατάφερε τελικά να διαλύσει τη διαδήλωση, αλλά μόνο αφού προηγουμένως πολλοί φοιτητές είχαν κατορθώσει να υψώσουν την ελληνική σημαία στην Πλάτεία Συντάγματος. Διαδηλώσεις έγιναν ξανά μια εβδομάδα αργότερα έξω από το δικαστήριο όπου δικάζονταν οι φοιτητές τους οποίους οι αρχές υποψιάζονταν ως αρχηγούς των επεισοδίων της 4ης Νοέμβρίου. Ώστόσο κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί το μαζικό χαρακτήρα και τη βιαιότητα των γεγονότων που ακολούθησαν, όταν οι φοιτητές του Πολυτεχνίου αποφάσισαν να το καταλάβουν. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου ήταν μια πολιτική πράξη, προσεκτικά σχεδιασμένη. Μια ανακοίνωση που δόθηκε στον Τύπο στις 16 Νοεμβρίου από τη συντονιστική επιτροπή των φοιτητών το αποδεικνύει.

» Οι φοιτητές απο όλες τις σχολές στη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος, συνειδητοποιήσαμε πως τα προβλήμματα μας σε σχέση με τον εκδημοκρατισμό της παιδείας και τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος δεν λύνονται χωρίς την αλλαγή της συγεκριμένης πολιτικής κατάστασης. Ξεκινώντας έτσι τον πολιτικό αγώνα, οι φοιτητές και οι Έλληνες εργαζόμενοι που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο ξεκαθαρίζουν τις θέσεις τους και καλούν τον ελληνικό λαό να συσπειρωθεί γύρω τους και να αγωνισθεί μαζί τους ως την τελική νίκη.
Πρωταρχική προϋπόθεση για την επίλυση όλων των λαϊκών προβλημάτων θεωρούμε την άμεση πτώση του τυραννικού καθεστώτος της χούντας και την εγκαθίδρυση της λαϊκής κυριαρχίας.
Η εγκαθίδρυση της λαϊκής κυριαρχίας συνδέεται αναπόσπαστα με την εθνική ανεξαρτησία απο τα ξένα συμφέροντα που χρόνια στήριζαν την τυραννία στη χώρα μας. Η πλατειά κινητοποίηση του ελληνικού λαού και η εκδήλωση συμπαράστασης απ’ όλες τις γωνίες της Ελλάδας είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους επιχείρησαν να μας δυσφημίσουν.
Ελληνικέ λαέ, ο αγώνας για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία σήμερα συνίσταται στις άμεσες μαζικές διεκδικήσεις στα οικονομικά, επαγγελματικά και κοινωνικά σου προβλήματα, σε απεργιακούς αγώνες , μαζικές κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια, με προοπτική τη γενική απεργία και την ανατροπή της δικτατορίας.
Η παρουσία μας εδώ αποτελέι κέντρο συσπείρωσης, κινητοποίησης και μαζικοποίησης του λαϊκού αγώνα. Όλοι ενωμένοι στον αγώνα για τη δημοκρατίας και την εθνική ανεξαρτησίας»

Το Πολυτεχνείο έγινε το γενικό στρατηγείο της επανάστασης. Εργάτες, υπάλληλοι και αγρότες ενωθηκαν με τους σπουδαστές. Εκλεγμένες επιτροπές με ειδικές αρμοδιότητες ανέδειξαν με τη σειρά τους μια μυστική συντονιστική επιτροπή. Η επιτροπή αυτή είχε στα χέρια της ένα δυνατό όπλο: ένα ραδιοφωνικό σταθμό που συνεχώς καλούσε τον ελληνικό λαό να μπει στη μάχη.

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδω Πολυτεχνείο, σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμεων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων… Έλληνες, σήμερα δίνετε τη μεγαλύτερη μάχη στον πιο δυνατό, στο πιο ωραίο, στον πιο μεγάλο αγώνα για την ανατροπή της δικτατορίας, για λευτεριά, για δημοκρατία, για εθνική ανεξαρτησία, για κοινωνική αλλαγή. Σήμερα πρέπει να αποφασίσετε ότι πρέπει να παλέψετε μαζί μας. Σήμερα δείξτε στην πράξη τη συμπαράσταση σας στα νιάτα της πατρίδας σας…»

Ο λαός ανταποκρίθηκε μαζικά, ξεχύθηκε προς το Πολυτεχνείο για να σχηματίσει προστατευτικό κλοιό και να προσφέρει τρόφιμα, φάρμακα, χρήματα. Απο εκεί τα πλήθη γρήγορα εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την πόλη, απελευθερώνοντας σχεδόν τα τα τρία τέταρτα της. Όταν έπεσε η νύχτα, άναψαν φωτιές σε πολλά μέρη της Αθήνας για να εξουδετερώσουν τα δακρυγόνα, το πρώτο επιθετικό όπλο που χρησιμοποιούσε η αστυνομία. Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Πολυτεχνείου συνέχιζε να εκπέμπει εκκλήσεις για φάρμακα, ασθενοφόρα, γιατρούς. Η μάχη συνεχιζόταν. Τα συνθήματα της συντονιστικής επιτροπής αντηχούσαν σε ολόκληρη την Αθήνα απο τα τραντζίστορ και απο τα στόματα των διαδηλωτών : «Δεν περνά ο φασισμός», » Δύναμη στους εργάτες», «Έξω οι Αμερικάνοι», «Ελλάδα έξω απο το ΝΑΤΟ»,»Λαϊκή κυριαρχία», «Κάτω η χούντα». Παντού στην πόλη όλοι αισθάνονταν ότι η κρίσιμη στιγμή πλησίαζε. Οι διαδηλωτές προσπάθησαν να καταλάβουν το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και το κτίριο του ΟΤΕ.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός τους Πολυτεχνείου συνέχιζε: «Λαέ της Αθήνας, μη φεύγεις! Μη φοβάσαι! Αυτή τη νύχτα πεθαίνει ο φασισμός!». Λίγο πριν απο τα μεσάνυχτα στήθηκαν οδοφράγματα από ομάδες πολιτών που είχαν αυθόρμητα σχηματίσει επιτροπές δράσης. Μετά τα μεσάνυχτα οι σποραδικοί πυροβολισμοί που ακούγονταν στη διάρκεια της ημέρας μεταβλήθηκαν σε πυκνά πυρά, και τα τάνς άρχισαν να κινούνται μέσα στην πόλη με κατεύθυνση το Πολυτεχνείο. Τα δακρυγόνα, οι σειρήνες των ασθενοφόρων, το κροτάλισμα των αυτόματων όπλων σκόρπισαν σύγχυση και οργή, αλλά όχι φόβο. Ο ραδιοφωνικός σταθμός των φοιτητών συνέχιζε να εκπέμπει: » Ενωμένος ο λαός μάχεται ενάντια στη χούντα, ενάντια στους πράκτορες των ξένων συμφερόντων. Είμαστε άοπλοι! Είμαστε άοπλοι! Θα αντιμετωπίσουμε την επίθεση των δυνάμεων κατοχής με τα γυμνά μας στύθια. Τα τάνκς κινούνται εναντίον μας. Τα τάνκς των πρακτόρων της Αμερικής. Πιστεύουμε ότι κανένας στρατιώτης, κανένας αξιωματικός που αγαπά την πατρίδα του δεν θα τολμήσει να σκοτώσει τα αδέρφια του, χύσει αίμα ελληνικό. Δύο τάνκς βρίσκονται μπροστά από την πύλη του Πολυτεχνείου και μας κοιτάνε με τις μπούκες των κανονιών τους. Δεν θα επιτεθούν. Δεν θα σκοτώσουν τα νιάτα της Ελλάδας!».

Τα τάνκς κινήθηκαν και άνοιξαν το δρόμο για την αστυνομία. Είναι όμως βέβαιο ότι οι στρατιώτες δίσταζαν να πυροβολήσουν. Δέκα από αυτούς εκτελέστηκαν επί τόπου για ανυπακοή σε διαταγές. Αλλά η αστυνομία συμπλήρωσε το κενό. Εκπαιδευμένη για πολλά χρόνια απο τους Αμερικανούς ειδικούς, χτύπησε με ταχύτητα και αγριότητα. Την ίδια νύχτα κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος.
Η απόφαση για επιβολή και πάλι τους στρατιωτικού νόμου προκειμένου να καταπνιγεί η επανάσταση δεν ήταν εύκολη ούτε για τον Παπαδόπουλο ούτε για τους Αμερικακούς προστάτες τους. Γιατί αυτή η απόφαση σήμαινε το τέλος της «δημοκρατίας» τους, τι τέλος του δημοκρατικούς προσωπείου που προόσφερε στο στρατιωτικό καθεστώς τη «σοβαρότητα» που χρειαζόταν για να συμμετέχει στους ευρωπαϊκούς οργανισμούς.
Παρόλο που αυτή η «δημοκρατία» πέθανε, είναι αναγκαίο να προβούμε σε μια σύντομη ανασκόπηση των βασικότερων χαρακτηριστικών της, γιατί κατ’ αυτό τον τρόπο αποκαλύπτονται οι αντιλήψεις που διέπουν το Πεντάγωνο και τη CIA σχετικά με την πολιτική μορφή που πρέπει να πάρουν τα στρατοκρατούμενα κράτη-δορυφόροι τους. Η ανασκόπηση αυτή θα μας δώσει επίσης τις βάσεις που είναι απαραίτητες για να καταλάβει κάποιος τους δισταγμούς των αστικών πολιτικών κομμάτων της Ελλάδας να αποδεχτούν τους κανόνες της πολιτικής ζωής που ενσωματώθηκαν στο σύνταγμα Παπαδόπουλου. Οι δισταγμοί αυτοί- αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό της ανένδοτης αντίθεσης του λαού μας στο στρατιωτικό ζυγό- έπαιξαν το ρόλο τους στη διαμόρφωση του ψυχολογικού κλίματος που οδήγησε στη σύγκρουση στα μέσα Νοεμβρίου. Η «δημοκρατία» που ξεφύτρωσε από το δημοψήφισμα κατά το πρότυπο Θίου στις 29 Ιουλίου δεν προοριζόταν να αποτελέσει μια παραλλαγή της αστικής δημοκρατίας. Όλες οι βασικές κρατικές εξουσίες βρίσκονταν στα χέρια του προέδρου. Το σύνταγμα αναγνώριζε τις ένοπλες δυνάμεις ως την τέταρτη εξουσία του κράτους, παράλληλα με την εκτελεστική, τη δικαστική και τη νομοθετική. Πιο λεπτομερειακά, ο πρόεδρος, που εκλεγόνταν για επτά χρόνια, ήταν ο πραγματικός αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και είχε στα χέρια του την εκτελεστική και την νομοθετική εξουσία σε ό,τι αφορούσε την εθνική άμυνα, τη δημόσια τάξη, τις υπηρεσίες πληροφοριών και την εξωτερική πολιτική. Με αυτό τον τρόπο η διοίκηση, δια της μεθόδου της βίας, και η εξωτερική πολιτική ήταν αποκλειστικά προνόμια του προέδρου, ο οποίος δεν ήταν δυνατό να κυβερνήσει χωρίς την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων. Ο κεντρικός κρατικός μηχανισμός απομονώθηκε έτσι και τυπικά από την κοινοβουλευτική διαδικασία, που περιορίστηκε σε ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας και μόνο. Στις αστικές δημοκρατίες ο κρατικός μηχανισμός προστατεύεται από την επιρροή της κοινοβουλευτικής διαδικασίας με λιγότερο επίσημα, αν και όχι πάντα ραφιναρισμένα, μέσα. Οι μηχανισμοί καταπίεσης ήταν πάντα έτοιμοι να χρησιμοιποιηθούν σε περίπτωση ανάγκης (όπως φάνηκε με δραματικό τρόπο στη Χιλή), για να παραμερίσουν το κοινοβούλιο και το σύνταγμα όταν απειλούνταν τα συμφέροντα της ιθύνουσας τάξης.
Παραπέρα, στις αστικές δημοκρατίες οι περιορισμοί στη συμμετοχή των πολιτικών κομμάτων ή των μεμονομένων υποψηφίων στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες μοιάζουν σαν να » παίζεις χαρτιά με σημαδεμένη τράπουλα», είτε το θέμα αφορά ζητήματα χρηματοδότησης είτε την πρόσβαση στα μέσα μαζικής ενημέρωση, για να μην αναφερθούμε στην πλύση εγκεφάλου που υφίσταται ο πληθυσμός από το σύστημα «αξιών» που διέπει την κρατούσα τάξη. Σε αρκετές χώες η συμμετοχή του κομμουνιστικού κόμματος απαγορεύεται με συνταγματικές διατάξεις. Αλλά στη «δημοκρατία» του Παπαδόπουλου το μόνιμο όργανο για την αστυνόμευση της πολιτικής ζωής περιέχεται στο ίδιο το σύνταγμα: Ο πρόεδρος διορίζει τα ισόβια μέλη του συνταγματικού δικαστηρίου, που έχουν το δικαίωμα να εγκρίνουν ή να απορρίπτουν τα καταστατικά των κομμάτων, τα πολιτικά τους προγράμματα, καθώς και τους υποψηφίους. Αυτό το δικαστήριο διαθέτει σχεδόν απεριόριστη δύναμη, αφού έχει το δικαίωμα όχι μόνο να αρνηθεί τελεσίδικα τη συμμετοχή ενός κόμματος ή ενός υποψηφίου στις εκλογές, αλλά μπορεί όταν το επιθυμεί να διώξει από τη θέση του ένα μέλος της Βουλής ή της κυβέρνησης, η ακόμα και όλα τα μέλη ενός κόμματος αν θεωρήσει ότι αυτό επιβάλλεται από το «εθνικό συμφέρον». Με αυτό τον τρόπο οι ένοπλες δυνάμεις, μέσω του προέδρου, ελέγχουν πλήρως την πολιτική ζωή της χώρας.
Πραγματικά, η «δημοκρατία» του Παπαδόπουλου αποτελούσε εγγύηση ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Ελλάδας θα κυραιρχούσαν πάνω στην πολιτική ζωή της χώρας. Αυτό που δεν μπορούσε να εγγυηθεί τυπικά ήταν ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του μητροπολιτικού κέντρου, δηλαδή τα συμφέροντα των Η.Π.Α. Σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα θα είχε μεταβληθεί και στο όνομα σε αποικία των Η.Π.Α , γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με το νέο αποικιοκρατικό μοντέλο που χαρακτηρίζει το σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Η συγκεκριμένη λειτουργία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων εξασφαλίστηκε μέσα από ουσιαστικές διαδικασίες, όπως: εκπαίδευση Ελλήνων αξιωματικών στις Η.Π.Α και σε άλλες χώρες του ΝΑΤΟ, έλεγχος στις τοποθετήσεις αξιωματικών σε θέσεις κλειδιά, διείσδυση πρακτόρων της CIA στον ελληνικό κρατικό μηχανισμό πληροφοριών, εξάρτηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων σε ευρύτερα αμυντικά σχέδια στη Μεσόγειο, αμερικανικός έλεγχος τους στρατιωτικού συστήματος πληροφοριών κ.ο.κ
Το σύνταγμα αυτό, του οποίου πνευματικός πατέρας υπήρξε ο καθηγητής Δημήτριος Κούσουλας του Πανεπιστημίου του Howard, ήταν μια προσπάθεια να επισημοποιηθούν, να γίνουν γραπτοί νόμοι, ορισμένες πλευρές του συστήματος εξουσίας που υπήρξαν χαρακτηριστικές στην Ελλάδα από την εποχή του Εμφυλίου. Είναι γεγονός ότι ενώ το κόμμα της Ένωσης Κέντρου, έγινε κυβέρνηση αφού νίκησε τον Καραμανλή στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964 (με ποσοστό 53%) δεν μπόρεσε να διεισδύσει στον κρατικό μηχανισμό. Ουσιαστικά, οι ένοπλες δυνάμεις, οι υπηρεσίες πληροφοριών και οι δυνάμεις ασφαλείας δρούσαν ανεξέλεγκτα από τους αρμόδιους υπουργούς. Η προσπάθεια της Ένωσης Κέντρου να θέσει με σαφήνεια την όλη κατάσταση ενώπιον του λαού οδήγησε στη σύγκρουση με το βασιλιά, στην απόλυση της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου, στον «ανένδοτο αγώνα» για νέες εκλογές και σε μια βαθιά πολιτική κρίση, που «λύθηκε» με το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου 1967.
Για να κατανοήσει κάποιος την Ιστορία της Ελλάδας μετά τον Εμφύλιο πρέπει να έχει υπόψιν του ότι η πολιτική ζωή της χώρας ελεγχόταν συστηματικά απο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η «συνταγή» της Ουάσινγκτόν για την Ελλάδα ήταν απλή: άμεση διείσδυση στον κρατικό μηχανισμό σε όλη την έκταση και όλο το βάθος μέχρι το Παλάτι, πλήρη υποστήριξη ενός προσαρτημένου, εξαρτημένου πολιτικού κόμματος, του κόμματος της Δεξιάς, που έπρεπε να κερδίζει σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις ανεξάρτητα από το ποια μέσα θα χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό, ανάπτυξη ενός αστικού αντιπολιτευτικού κόμματος που σκοπός του θα ήταν να ασκεί «δημιουργική» κριτική στην πολιτική της Δεξιάς ( ρόλο που προόριζαν για την Ένωση Κέντρου) και, τέλος, εξάλειψη των κομμάτων της Αριστεράς. Όμως το 1961 και μετά, οι εξελίξεις άρχισαν να μην προχωρούν σύμφωνα με τις επιθυμίες των Αμερικανών. Η Ένωση Κέντρου κέρδισε της εκλογές με εντυπωσιακή πλειοψηφία και σχημάτισε κυβέρνηση. Ακόμα χειρότερα για τις ΗΠΑ, η νίκη αυτή βασίστηκε σε ένα πρόγραμμα που τόνιζε την ανάγκη για εθνική ανεξαρτησία και βασικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ανοίγοντας έτσι το δρόμο προς την εξουσία στις δυνάμεις εκείνες που πρέσβευσαν αριστερές θέσεις.
Απο πληροφορίες, που τώρα έγινα γνωστές, αποδεικνύεται σαφώς ότι η απόφαση για στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα πάρθηκε στις ΗΠΑ περίπου στα μέσα του 1965. Αλλά η εφαρμογή της απόφασης αναβλήθηκε έως το 1967 προκειμένου να αποφευχθεί ένα αιματοκύλισμα σαν κι αυτό που έγινε στο Σαντιάγο τον περασμένο Σεπτέμβρη. Η αναβολή αυτή ήταν δυνατή στην Ελλάδα γιατί ο μηχανισμός της βίας, όπως και ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός, βρίσκόταν κάτω απο τον άμεσο αμερικανικό έλεγχο. Παρ’ ‘πά αυτά, χρειαζόταν χρόνος για να διοριστούν μια σειρά από κυβερνήσεις-ανδρείκελα που θα ξεκαθάριζαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, θα εξουδετέρωναν όλους τους πιθανούς αντιπάλους στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας και θα δημιουργούσαν ένα κλίμα πρόσφορο για το πραξικόπημα. Όπως ήταν φυσικό, το γόητρο της μοναρχίας έσβησε έπειτα από δύο χρόνια ανοιχής αναμέτρησης ανάμεσα στο κατεστημένο και στις λαϊκές δυνάμεις. Σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που πάρθηκε η απόφαση από τους Αμερικανούς να στηριχθούν στις ένοπλες δυνάμεις και στον ίδιο κρατικό μηχανισμό για τον αποτελεσματικό έλεγχο και τη διακυβέρνηση της χώρας, ο ρόλος της μοναρχίας δεν φαινόταν να είναι πια σημαντικός. Το γεγονός αυτό εξηγεί την επιλογή του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του, εκπαιδευμένων απο τη CIA και κάτω από τον άμεσο έλεγχο της, για την εκτέλεση του πραξικοπήματος και την άσκηση της εξουσίας από αυτούς αντί του βασιλιά.
Είχαν την προσδοκία ότι έπειτα από έξι χρόνια στυγνού στρατιωτικού κατεστώτος, οι Έλληνες θα ήταν έτοιμοι να δεχτούν ένα σύνταγμα που θα τους εξασφάλιζε μεν κοινοβουλετικές διαδικασίες, αλλά όχι πρόσβαση στην εξουσία. Αυτό εξάλλου ήταν το νοήμα της «δημοκρατίας» του Παπαδόπουλου. Για να υποχρεώσει τον ελληνικό πολιτικό κόσμο να δεχτεί αυτό το προσωπείο και να δώσει τις ευλογίες του στο καθεστώς, ο Παπαδόπουλος έδωσε αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους και προχώρησε σε μια μορφή φιλελευθεροποίησης. Όμως ο πολιτικός κόσμος της Ελλάδας δεν έπεσε στην παγίδα. Στα τέλη Σεπτεμβρίου ο Παπαδόπουλος και οι Αμερικάνοι ήξεραν ότι βρίσκονταν ήδη σε δύσκολη θέση. Είχαν δύο άμεσους λόγους για να φοβούνται: Πρώτον, ο σαφώς δευτερεύων ρόλος που το σύνταγμα απέδιδε στη Βουλή και στα πολιτικά κόμματα. Δεύτερον, η άμεση και έντονη χρήση όλων των ελευθεριών που το καθεστώς παρείχε στον Τύπο. Ο τελευταίος, φιμωμένος για πολλά χρόνια, πρόσφερε επιτέλους στους αναγνώστες του ότι για χρόνια λαχταρούσαν: ανοιχτή κριτική του καθεστώτος και πλήρη αποκάλυψη του ολοκληρωτικού χαρακτήρα της «δημοκρατίες». Φοιτητές, εργάτες, υπάλληλοι και επαγγελματίες άρχισαν να κινητοποιούνται σε ολόκληρη τη χώρα. Το καθεστώς, το οποίο φοβόταν ότι σφίγγοντας πάλι τον κλοιό θα υπονόμευε την εικόνα της «νέας δημοκρατίας» και θα καταδίκαζε το πείραμα σε αποτυχία, άφησε την κατάσταση να εξελιχθεί. Το τελιώτικό χτύπημα ήρθε με τη λαϊκή εξέγερση στα μέσα Νοεμβρίου. Το καθεστώς αντέδρασε με πανικό, οδήγησε τα πράγματα στη σφαγή και έχασε το κύρος του και στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις και στις ΗΠΑ. Ο Παπαδόπουλος έπρεπε να φύγει απο τη μέση. Έπρεπε να κληθεί μια νέα φρουρά. Ρίχνοντας τον Παπαδόπουλο στους λύκους , στην περίπτωση του τον άφησαν ελεύθερο στη βίλα που του παραχώρησε ο Ωνάσης σε παραθαλάσσια περιοχή της Αττικής, μπορούσαν να κατευνάσουν πρωσωρινά την οργή του λαού και ίσως και τον έπειθαν ότι κάτι καινούργιο είχε συμβεί, πως μια αλλαγή είχε συντελεστεί.
Το «πραξικόπημα» της 25ης Νοεμβρίου αποτελεί απλώς αλλαγή φρουράς!

Η νέα χούντα είναι τμήμα της παλιάς και πήρε την εξουσία ειρηνικά , κάτω απο την εποπτία της CIA, αποδεικνύοντας έτσι ότι ο «ελληνικός στρατός είναι το πιο πειθαρχημένο τμήμα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων». Σύμφωνα με τις επιθυμίες της CIA, το αξίωμα του πρωθυπουργού δόθηκε στο έμπιστο όργανο της, τον Ανδρουτσόπουλο, δικηγόρο από το Σικάγο (ένα απο τα μεγάλα προβλήματα του οποίου οποίου είναι ότι δεν μιλάει τα ελληνικά).Ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης είναι ο «ισχυρός ανήρ» της νέας χούντας, που αριθμεί ήδη έξι μέλη. Ο διοικητής της τρομοκρατικής στρατιωτικής αστυνομίας ΕΣΑ και γνωστός βασανιστής είναι πιστός υπηρέτης των αμερικανικών συμφερόντων και βαθιά αντικομμουνιστής. Το ίδιο αφοσιωμένος στον αμερικανικό έλεγχο και στην ανοιχτή διακυβέρνηση της χώρας απο τους στρατιωτικούς είναι ο στρατηγός Μπονάνος, αρχηγός των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Ο στρατηγός Γκιζίκη, ο νέος πρόεδρος της δημοκρατίας, είναι άλλος ένα απο τους έξι. Συγκριτικά με τους υπόλοιπους είναι πρόσωπο δευτερεύουσας σημασίας ,αλλά αντιπροσωπεύει τους ανώτερους αξιωματικούς που επιθυμούν μια πιο έμμεση παρουσία των ενόπλων δυνάμεων στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Μια κάπως μεγαλύτερη ομάδα, η επιτροπή, που αποτελείται από δώδεκα αξιωματικούς, σχεδιάζει τη γενική στρατηγική του καθεστώτος και είναι, κατά κάποιον τρόπο, το επιτελείο των εγκεφάλων της εξαμελούς χούντας. Σε αυτή την επιτροπή μετέχει και ο συνταγματάρχης Στειακάκης, ο οποίος είναι το μόνο μέλος της χούντας που πιστεύει στην εθνική ανεξαρτησία και σε έναν κρατικό καπιταλισμό τύπου Καντάφι.
Σήμερα κυριαρχούν δύο τάσεις στις τάξεις της νέας χούντας. Η πρώτη επιδιώκει άμεση στρατιωτική διακυβέρνηση για ένα ακαθόριστο χρονικό διάστημα, με το υπουργικό συμβούλιο σαν αναγκαία διακοσμητική παρουσία. Η δεύτερη επιδιώκει συμφωνία με τους πολιτικούς της Δεξιάς και Κεντροδεξιάς, που θα επιτρέψει στις ένοπλες δυνάμεις να παίξουν ένα λιγότερο εμφανή ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Ο πολιτικός που δείχνει κατάλληλος για το ρόλο αυτό είναι ο Καραμανλής, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλες εναλλακιτκές επιλογές. Για την ακρίβεια, φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετοί υποψήφιοι…
Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει κανείς να διογκώνει τη σημασία αυτών των ρευμάτων η των τάσεων στις τάξεις της νέας χούντας, για τον απλούστατο λόγο ότι οι ΗΠΑ παίζουν το βασικό, τον αποφασιστικό ρόλο. Με τη χούντα αυτή, περισσότερο παρά ποτέ, ελέγχουν φανερά τη δημόσια ζωή της Ελλάδας. Για τους Αμερικανούς, το σημερινό καθεστώς δεν είναι παρά μια προσωρινή προσπάθεια να διατηρήσουν την κατάσταση υπό έλεγχο. Φαίνεται ότι υπάρχει κάποια αβεβαιότητα στους διαμορφωτές της πολιτικής γραμμής όσον αφορά τη μελλοντική τους πορεία. Δεν έχουν πια στα χέρια τους ένα μεγάλο σχέδιο για την Ελλάδα. Επιπλέον, αντιμετωπίζουν μια άλυτη οικονομική κρίση, που ολοένα χειροτερεύει, και ένα λαό που μετά τα αιματηρά γεγονότα του Νοέμβρη ξαναβρίσκει τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσει το καθεστώς.
Η κατάσταση αυτή εξηγεί τον περίεργο συνδυασμό της συνέχισης και επέκτασης της καταπίεσης- συλλήψεις, βασανισμοί, κλείσιμο εφημερίδων- και της απόλυτης απουσίας μιας γραμμής για την οικονομία ή την πολιτική εξέλιξη της χώρας.
Τα πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το καθεστώς δεν είναι λιγότερο σοβαρά από τα οικονομικά. Και οι στρατιωτικοί και οι Αμερικανοί βλέπουν καθαρά ότι η γυμνή βία δεν ωφελεί μακροπρόθεσμα. Η έκρηξη μιας νέας αιματηρής σύγκρουσης θα υπονομεύσει το ηθικό των ενόπλων δυνάμεων, όσο στενά κι αν ελέγχονται αυτές απο τις ΗΠΑ. Γι’ αυτόν το λόγο θα επιθυμούσαν δικαίως να ξεκινήσουν εκ νέου τις προσπάθειες για την υιοθέτηση ενός δημοκρατικού προσωπείου. Αλλά θα μπορέσουν να πετύχουν εκεί όπου απέτυχε ο Παπαδόπουλος; Τα γεγονότα του Νοέμβρη έδειξαν με ακρίβεια πόσο επισφαλές ήταν το σχέδιο του Παπαδόπουλου, δηλαδή η επίσημη διχοτόμηση της πολιτικής ζωής σε ένα τμήμα που θα μονοπωλείται απο το στρατό και σε ένα άλλο που θα είναι ανοιχτό στον κοινοβουλευτικό συναγωνισμό. Η βασική ιδέα είναι ένα ισχυρό αστυνομικό κράτος που θα στηρίζεται στο στρατό, με μια πολιτική κυβέρνηση που θα την απαρτίζουν προσωπικότητες στρατολογημένες από το δεξιό πολιτικό κόσμο σαν διακοσμητικό στοιχείο. Για την επιτυχία του σχεδίου αυτού δεν αρκεί μόνο να σαγηνέψει κανείς μια μερίδα του πολιτικού κόσμου- κάτι που άρχισε ήδη με την αναγγελία μείωσης εξουσιών του προέδρου στους τομείς της εθνικής άμυνας, της δημόσιας τάξης και της εξωτερικής πολιτικής, καθώς και με υποσχέσεις για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στο ίδιο μήκος κύματος. Είναι επίσης αναγκαίο, θα έλεγα αποφασιστικό, για την επιτυχία του σχεδίου τους να εξασφαλίσουν μια ελάχιστη λαϊκή υποστήριξη, για να έχει κάποια βαρύτητα, πρέπει να προέλθει απο τη μεσαία τάξη. Αν συμβεί αυτό, τότε το καθεστώς θα μπορεί να προσφέρει και τα «στολίδια», δηλαδή τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μιας αστικής κοινοβουλευτικής ζωής.
Η νέα χούντακαι τα αφεντικά της εξ Αμερικής είναι αναγκασμένα κάτω απο την πίεση των περιστάσεων να προσπαθήσουν να πετύχουν αυτό που ο Πάπαδόπουλος δεν κατάφερε, δηλαδή να μετασχηματίσουν τη συγκαλυμμένη κατοχή της Ελλάδας σε ένα πραγματικό φασιστικό καθεστώς. Είναι φανερό ότι ο φασισμός αυτός δεν μπορεί να είναι μητροπολιτικού τύπου, διότι τότε θα προϋπέθετε μια λίγο ως πολύ κραταίή ελληνική αστική τάξη. Η τελευταία είναι ελληνική μόνο στο όνομα. Το ξένο κεφάλαιο είναι κυρίαρχο παντού, και στο εμπορικό ναυτικό και στις τράπεζες και στη μεγάλη βιομηχανία. Το ίδιο συμβαίνει και στον τομέρα του τουρισμού, που τελικά κατέλαβε ηγετική θέση στην ελληνική οικονομία. Ακόμα και οι μεγαλέμποροι εισαγωγείς-εξαγωγείς εξαρτώνται από το ξένο κεφάλαιο ή απο το ελληνικό κράτος, που με τη σειρά του είναι δορυφόρος των ΗΠΑ, γεγονός που αντικατοπτρίζει τελικά την κυρίαρχη θέση του αμερικανικού κεφαλαίου στην Ελλάδα.
Ποιές είναι όμως οι πιθανότητες επιτυχίας του λεγόμενου «περιφερειακού φασισμού»; Το κλειδί εδώ είναι η μεσαία τάξη. Η οικονομική εξέλιξη της Ελλάδας τα τελευταία εφτά χρόνια υπονόμευε την οικονομική βάση της μεσαίας τάξης. Το ελληνικό οικονομικό «θαύμα» δεν μπορούσε παρά να έχει πολύ σύντομη διάρκεια ζωής αφότου η τελευταία έγινε » ασφαλής και ευσταθής» για να προσελκύσει ξένες επενδύσεις. Η οικονομική ανάπτυξη βασίστηκε σε ένα μοντέλο αναδιάρθωσης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο μιας εξαρτημένης περιφειακής καπιταλιστικής εξέλιξης. Η ελληνική γεωργία, της οποίας οι προοπτικές ανάπτυξης είναι πολύ μεγάλες προσφέροντας ταυτόχρονα εργασία στο μισό σχεδόν πληθυσμό της Ελλάδας, εγκαταλείφθηκε συνειδητα ώστε να επιδείξει σχεδόν μηδενική αύξηση παραγωγής κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης από τους Συνταγματάρχες. Η μετανάστευση του πληθυσμού από τη ύπαιθρο προς την Αθήνα, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αυστραλία, τον Καναδά συνεχίστηκε αμείωτη και επί κυβέρνησης Παπαδόπουλου. Ο τουρισμός και η ανοικοδόμηση διαμερισμάτων πολυτελείας κατέλαβαν ηγετική θέση. Η βιομηχανική παραγωγή, της οποίας τα προϊόντα προόρίζονταν για εξαγωγή, σημείωσε μόνο επιφανειακή αύξηση. Με την πάροδο του χρόνου , οι αλλαγές που συντελούνταν στη δομή της ελληνικής οικονομίας, καθρέφτιζαν τους σκοπούς και τις κατευθύνσεις ανάπτυξης των μεγάλων ξένων εταιριών. Και, ξαφνικά ο αντικατοπτρισμός εξαφανίστηκε, γιατί αυτό ακριβώς ήταν το οικονομικό «θαύμỨ: ένα αντικατοπτρισμός, ένα φάντασμα οικονομικής ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, αυτό που συντελέστηκε ήταν οικονομική υπανάπτυξη, που είναι τελικά η μοίρα όλων των «δορυφόρων» που κολυμπούν στα νερά των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Ο πληθωρισμός του 1973 έφτασε το τεράστιο ποσοστό του 40% ετησίως, ενώ το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου ξεπέρασε τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια. Ακόμα χειρότερα απο το 1974 και μετά η Ελλάδα υποχρεούται να καταβάλλει στο εξωτερικό το ποσό των 300 εκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο για εξόφληση τόκων και πληρωμή χρεολυσίων του εξωτερικού χρέους που σύναψε κατά την περίοδο των Συνταγματαρχών.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η μεσαία τάξη, δηλαδή οι Έλληνες μικροαστοί, βρίσκονται ολοένα και περισσότερο στην ίδια θέση με τον εργάτη και τον αγρότη. Το συμπέρασμα είναι ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δοκιμάσουν τώρα μια φασιστική λύση στην Ελλάδα, γιατί είναι βέβαιο πως θα αποτύχουν για λόγους που ξεγεύγουν από τον έλεγχο τους.
Οι ΗΠΑ αντιμετώπίζουν ένα πραγματικό αδιέξοδο στην Ελλάδα. Το αντιαμερικανικό αίσθημα είναι τόσο ισχυρό, που δεν τους επιτρέπει τη λύση της αστικής δημοκρατίας. Οι Έλληνες τώρα ταυτίζουν τα δεσμά τους και την οικονομική τους εκμετάλλευση με την πολιτική των ΗΠΑ και, φυσικά, του ΝΑΤΟ. Κανένα πολιτικό κόμμα δεν θα μπορέσει να επιζήσει έπειτα απο ελεύθερες εκλογές εάν δεν εντάξει στο πρόγραμμα του τους στόχους της εθνικής ανεξαρτησίας, της αποκοπής κάθε είδους δεσμού με το ΝΑΤΟ και της εκδίωξης των αμερικανικών στρατευμάτων απο τις ελληνικές ακτές. Περιορισμένη δημοκρατία στο στύλ Παπαδόπουλου είναι μια ασταθής λύση. Η δράση του λαού θα εξαγριώσει τους στρατιωτικούς, και η επιτροφή στην ωμή στρατιωτική διακυβέρνηση θα είναι αναπόφευκτη. Στην παρούσα φάση, η ωμή στρατιωτική διακυβέρνηση αδυνατεί ολοένα και περισσότερο να δώσει μακροπρόθεσμη λύση στο πρόβλημα. Το αίμα του Νοέμβρη έχει ενώσει της λαϊκές μάζες στην κοινή απόφαση να συνεχίσουν τον αγώνα με όλα τα μέσα που διαθέτουν. Εκτός απ’ αυτό, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ είναι αναστατωμένοι με τις τελεταίες εξελίξεις. Αντιμετωπίζουν εσωτερικά πολιτικά προβλήματα σε σχέση με την πολιτική τους απέναντι στην Ελλάδα, ιδιαίτερα από την Αριστερά, τα συνδικάτα και, όπως είναι φυσικό, από την πολιτικά ενεργό νεολαία. Κάτω απο την πίεση των ΗΠΑ, είχαν αποφασίσει να ξεφορτωθούν αυτή την «τύψιν συνειδήσεως» αποδεχόμενοι τη λύση που πρόσφερε η «Δημοκρατία» του Παπαδόπουλου. Πράγματι, η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία είχε παρακινήσει τον αστικό κόσμο της Ελλάδας να δεχτεί την παραπάνω λύση. Όμως τώρα η δυνατότητα αυτή είναι νεκρή. Για μια ακόμη φορά η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από στρατιωτικό ζυγό. Η Νορβηγία, η Δανία και η Ολλανδία δήλωσαν καθαρά στις ΗΠΑ ότι δεν έχουν καμία πρόθεση να υποστηρίξουν τη συνέχιση της παροχής βοήθειας του ΝΑΤΟ προς την ελληνική χούντα. Αλλά μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε το τέλος της συμμετοχής της Ελλάδας ως μέλους της Κοινής Ευρωπαϊκής Αγοράς, με αποτέλεσμα μετατροπή της σε ένα από τα άμεσα οικονομικά προβλήματα των ΗΠΑ. Έχοντας δεκατρείς μεγάλες αμερικανικές βάσεις στο έδαφος της, η Ελλάδα έγινε το ορμητήριο για τη διασφάλιση της αμερικανικής κυριαρχίας στην ανατολική Μεσόγειο και για τυχόν επέμβαση της στην πλούσια σε πετρέλαιο Μέση Ανατολή.
Ο πρωτοποριακός ρόλος της ελληνικής νεολαίας στο κίνημα της απελευθέρωσης, η αφοσίωση, η μαχητικότητα και οι θυσίες της είναι αξιόπιστο γεγονός, γιατί δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι οι φοιτητές των ανώτατων σχολών ήταν οι περισσότεροι 15 χρονών ή και μικρότεροι, όταν οι Συνταγματάρχες κατέλαβαν την εξουσία. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με το γνωστό γεγονός ότι η πανεπιστημιακή νεολαία πάντα έπαιξε σημαντικό ρόλο σε όλα τα μεταρρυθμιστικά κινήματα της εποχής. Θα μπορούσε ίσως να υποστηριχτεί ότι υπάρχει ακόμη μια κοινωνική ανάμνηση του Εμφυλίου, αυτής της ιστορικής πάλης του ελληνικού λαού για ανεξαρτησίακαι σοσιαλισμό, μιας πάλης που υπονομεύτηκε απο την εξαρτημένη δογματική ηγεσία της και συντρίφθηκε τελικά απο το βρετανικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Όμως υπάρχουν και άλλες εξηγήσεις . Το φοιτητικό κίνημα βρήκε βαθιά και ισχυρή ανταπόρκιση στον εργαζόμενο λαό της Ελλάδας. Χωρίς την ανταπόκριση αυτή, η εξέγερση του Νοέμβρη θα έμενε μια απλή φοιτητική διαδήλωση.
Οι φοιτητές εξέφρασαν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τη φύση του ελληνικού προβλήματος και το χαρακτήρα της μελλοντικής πάλης. Η τοποθέτηση τους συμφωνεί με την τοποθέτηση ενός μεγάλου αριθμού ομάδων αντίστασης στην Ελλάδα που όλο και περισσότερο συντονίζουν τη δράση τους γύρω από δύο απλά κεντρικά αιτήματα: εθνική ανεξαρτησία και σοσιαλισμό. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το θάρρος που επέδειξαν εξηγεί τη μαζική υποστήριξη που τους δόθηκε το Νοέμβρη. Φυσικά, η εξέγερση δεν ήταν απόλυτα αυθόρμητη, ούτε ήταν άσχετη με τις αντιστασιακές οργανώσεις. Αλλά η αντιστοιχία ανάμεσα στους οργανωμένους και στους αυθόρμητους διαδηλωτές στις 16 Νοεμβρίου ήταν ένας προς πεντακόσιους, πράγμα που δείχνει τη δύναμη και την αδυναμία του κινήματος συνάμα και που διασαφηνίζει το χαρακτήρα της μελλοντικής δουλειάς για το απελευθερωτικό κίνημα.
Ας επιστρέψουμε όμως στα βασικά αιτήματα του αγώνα: εθνική ανεξαρτησία και σοσιαλισμό. Έχει γίνει φανερό πλέον στην Ελλάδα ότι η δημοκρατία δεν έχει νόημα μέσα σε ένα πλαίσιο ξένης κυριαρχίας και κατοχής και ότι η λαϊκή κυριαρχία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς εθνική ανεξαρτησία, δηλαδή χωρίς την εκδίωξω των ΗΠΑ απο την Ελλάδα. Σ’ έναν τέτοιο αγώνα, όμως , η ελληνική μεγαλοαστική τάξη- εξαρτημένη απο το ξένο κεφάλαιο και ντόπιο όργανο της ξένης καταδυνάστευσης- δεν μπορεί να είναι σύμμαχος των αγροτών, των εργατών, των φοιτητών, των επαγγελματιών και τώρα ούτε της ελληνικής μικροαστικής τάξης. Το γεγονός αυτό προσδίδει στον αγώνα το δεύτερο χαρακτηριστικό του : τον μεταβάλλει σε έναν αγώνα των εργαζομένων της Ελλάδας ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ενάντια στο μητροπολιτικό καπιταλισμό.
Σήμερα υπάρχει ενότητα ανάμεσα στους αγωνιστές για την ελευθερία στην Ελλάδα. Είναι η ενότητα που σφυρηλατήθηκε στο πλαίσιο ενός γνήσια σοσιαλιστικού αντιιμπεριαλιστικού απελευθερωτικού κινήματος. Η ενότητα αυτή, που ισχυροποιήθηκε στην αιματηρή σύγκρουση του Νοέμβρη, αποτελέι τη στέρεη βάση που πάνω της χτίζεται το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του ελληνικού λαού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s